Showing posts with label αξιοπρέπεια. Show all posts
Showing posts with label αξιοπρέπεια. Show all posts

Monday, March 6, 2017

Η κόρνα

Η κόρνα

Πλωριός καιρός ανάστρεψε τον χρόνο 11
στα ενδότερα του πλοίου και τριγύρω στην ακτή 14
εκεί που ακούγονταν μια κόρνα μόνο
και ο ασκός ενός μαέστρου πιφιρτζή .

Κατέβαιν' ο καπνός από τα τρία
φουγάρα του, καλύπτοντας τα υδατοστεγή,
οι ναυτικοί του απ' την Αχερουσία
μας προσκαλούσαν στης Στυγός τα αφεγγή.

Αργά προχώραγαν τουλίπια μαύρα
σε συνεχή ταλάντωση, δεξιά κι αριστερά,
διστακτικά εφύσαγεν η αύρα 
ο Πολικός Αστέρας μας κοιτούσε ειρωνικά.

Του καραβιού θα ήτανε η κόρνα
ή τρείς ψυχές-φαντάσματα, χαμένων ναυτικών,
όσους πνιγήκαν ο ουρανός συχώρνα
κι αυτούς που ξεφαντώναν σε χορούς αερικών.

Η αιθάλη κάλυπτε την παραλία
τα σκόρπια φώτα της αναβοσβήναν μοναχά
η πλημμυρίδα με αλλοτροπία
τα προετοίμαζε να βυθιστούν στην καταχνιά.

Η κόρνα χαιρετούσε τον Πορθμέα
με δυό ιστούς να απειρίζονται στον ουρανό
στον ένα η φθαρμένη μας σημαία
στον άλλο οι χοροί μας που πνιγήκαν στο νερό.

2017-03-07
© G. Venetopoulos, all rights reserved
(11/14 syllables Ιambic verse - surreal poetry)

Wednesday, November 25, 2015

Χρυσή καδένα (στη Λεμεσό)

Χρυσή καδένα (στη Λεμεσό)
 
Αρχές Δεκέμβρη ήταν κι αγρυπνούσε
στην καταχνιά φιγούρα μοναχή,
τριγύρω της μια σιγαλή βροχή
θροίζοντας, με τα στοιχειά μιλούσε.

Πώς χόρευαν θολές οι αποστάσεις!
Μην ήταν πια η αυγή απατηλή;
Στα μάτια της το διάφανο φιλί,
σκιών διάταξη κι αντανακλάσεις.

Απ' το λαιμό κρεμόταν η καδένα·
επιλογή και έμβλημα χρυσό,
στρατιώτη έπίγραμμα στη Λεμεσό,
βαπόρια, φορτηγά και μαύρα τραίνα.

Επέστρεφαν τα κύματα του μπάτη
το νόστο για τ΄αστέρια τ' ουρανού
στο θόλο το βαθύ του οψιδιανού
με βρόχινο στα μάτια της τ' αλάτι.

Τραγούδι έγιν' η φωνή κι επλάσθη
με τις σταγόνες, νεύμα του βοριά
προσκάλεσμα· θυμάρι και μυρτιά,
στο λυκαυγές, η κόρη τον ησπάσθη.


© 2015-11-26, G. Venetopoulos, All rights reserved
(Ιαμβικός στίχος 11/10 συλλαβών)

Tuesday, September 29, 2015

Βεατρίκη


Βεατρίκη

Στο δρόμο προς τον Έσπερο, τον πρόλαβε η νύχτα
καθώς κατέβαινε βουβή και σκέπαζε τα δάσα,
από μακρυά ερχότανε ο άνεμος που αλύχτα
και σάρωνε την άσφαλτο με παγωμένη ανάσα.

Μουντό το πάσο τ' ουρανού, στο σκότος οδηγούσε
φλογίτσες λαμπυρίζανε, τα άγνωρα αστέρια
η Βεατρίκη το νερό του Κράθη εκερνούσε
ως υδροχόος της Στυγός, σε ιδεατά παρτέρια.

Με σάλπιγγες και κύμβαλα χορεύαν ακροβάτες
αποκυήματα νυχτός και χρόνου ασυμβάτου,
- του κινητήρα άκουγε τους υπερτροφοδότες,
των Εσπερίδων κάλεσμα ή τάχα του θανάτου;

Για χρόνια το πεντάλιτρο, τραβούσε προς τη δύση
σε δάση από βελανιδιές, και μέλανα ελάτια
οι ακροβάτες είχανε ωστόσο ισορροπήσει
σ' αόρατα σχοινιά που βγουν στου Άδη τα παλάτια.

Απάνω τους χορεύανε χιλιάδες παντομίμες
με τα γεράκια πιο ψηλά τροχιές να διαγράφουν
τον Βόρειο να αιωρεί απόκληρες τις μνήμες,
στο μαυρονέρι του Χελμού που θρύλοι περιγράφουν.

Στο μούχρωμ' αφανίστηκαν, με γέλια οι ακροβάτες,
το μελανί πεντάλιτρο κεντούσε τα σκοτάδια
σχεδιάζοντας ιδανικά, στου ποταμού τις όχτες,
τροχιές που απειρίζονταν στου Άδη τα λιβάδια.

© G. Venetopoulos, 2015-09-29, All rights reserved
(Iambic decapentasyllabic verse)