Showing posts with label Giorgio A.V.. Show all posts
Showing posts with label Giorgio A.V.. Show all posts

Thursday, December 20, 2018

Zuzuni on the badlands

Zuzuni on the badlands

Montana's muddy badlands spread for thirty seven miles
along a cleft of sandstone bed, eroded years before;
the chestnut paced upon the grass and well worn aisles
and I wore two new Walker Colts, of gauging forty four
beneath the noon light that defines but also eyes beguiles.

An anchorite, some years ago, upon the ridge of Grapes
where monasteries in the clouds are reaching out to God,
I learned to draw and shoot amidst the fog's white waving drapes
and prayed until the time was ripe to abandon this abode,
cause solitude was molding deeds, constringing, thus, escapes.

I saw them waiting on the trail; three bandits stood apart:
Coyote Chit, Cheesecake Labif and Mambo-Jumbo Crock
with cross-tied low their pistols stood, assumptive and upstart
bemocking fools who patented their e'er noetic block
that teachers, tho', could not explain; not even wise Descartes!

My shots intended at their guns, the hoisted hammers broke
I ordered them to start the dance that turns the clouds to rain
the land was in compelling need, as turf and plants evoked
the sympathy of Heavens that magnanimous ordained
the good ol' boys (and volunteers) to dance the rain's refrain.

Coyote was allowed to dance a prominent gavotte
meanwhile Labif's romantic soul preferred a marigold
but Crock's mazurka hence untied the nimbus' Gordian knot
and rain began to pour upon those who the skies extolled
heroic men were meant to be, defining, thus, a blot.

Zuzuni, the Algonquin chief, had noticed this ordeal
and marveled at the outlaws forms, that caused the skies to rain
in order so, to buy the fools he offered a good deal
fourteen strong horses for each man, who danced to ascertain
that rains returned upon the slopes and also on the plains.

© 2014-10-15, G. Venetopoulos, All Rights Reserved

https://www.poemhunter.com/poem/zuzuni-on-the-badlands-2/
(Iambic heptameter)

Saturday, November 25, 2017

Aυτόματα ρολόγια

Aυτόματα ρολόγια

Οι στίχοι - γκρίζα σύννεφα στη σκέψη της περνούσαν
θαρρείς πως ήταν η βροχή που έγραφε τα λόγια
διαβατικοί αέρηδες στον χρόνο της φυσούσαν
και οι σταγόνες πέφτανε - αυτόματα ρολόγια.

Οι χειμωνιάτικες μορφές, χαμογελώντας γνέφαν
φωτάκια αναβόσβηναν, πολύχρωμα, στους δρόμους,
τα άνθηρα των γερανιών το χρόνο αντιστρέφαν
ή ήταν η συναίσθηση που άργησε τους νόμους;

Μην έγιναν το πέρασμα στη διάσταση του κρύου
ερήμωσε ο δρόμος τους - δεν γύρισε τον χρόνο,
οι μετρικές γραφές - διάκριτο το άρωμα βιβλίου
η μνήμη του βασίλευε σε βροχισμένο θρόνο.

Περνούσε με το θρόισμα του άνεμου στα φύλλα,
και τον θυμόταν Κυριακές που φεύγανε στ' αστέρια,
με του Γενάρη τη βροχή που χόρευε καμπύλα
σαν της φυσούσε ο βοριάς τα απλωμένα χέρια.

2017/11/25
© G. Venetopoulos, All rights reserved

Sunday, July 9, 2017

πλαστικά χτένια

πλαστικά χτένια
(για το διαγωνισμό "Τα μάτια")

Τα μάτια έγιναν του σκοταδιού στολίδια
καθώς η νύχτα έφευγε, τις μνήμες να καλύψει,
γιρλάντες του Μαγιού με άνθια και πλουμίδια
και ξέφτια από την ίδια, χθεσινή τους θλίψη.

Δυαδικές γραμμές, τροχιές και μονοπάτια
μακρύ ταξίδι του παλιού σιδηροδρόμου
κανείς δεν λογαριάζει πια να βρει παλάτια
αφού ξεφύγαν απ' τα όρια του κόσμου.

Το βλέμμα της τον καρτεράει να γυρίσει
μηκέτι που ξεχάστηκε η νύχτα στο λιμάνι
θαρρείς η Άβυσσος, απόψε, έχει ανθίσει
για όποιονα στη εξορία έχει πεθάνει.

Στο αιθέριο γαλάζιο περιμένει οικογένεια
στα δυτικά προάστεια κλειστά πατζούρια
μια κόρη με τα πλαστικά της χτένια
και κάποιοι φίλοι που κοιμούνται στα μνημούρια.

2017/07/08
© G. Venetopoulos All rights reserved
(13 syllables Iambic verse)

Monday, March 6, 2017

Η κόρνα

Η κόρνα

Πλωριός καιρός ανάστρεψε τον χρόνο 11
στα ενδότερα του πλοίου και τριγύρω στην ακτή 14
εκεί που ακούγονταν μια κόρνα μόνο
και ο ασκός ενός μαέστρου πιφιρτζή .

Κατέβαιν' ο καπνός από τα τρία
φουγάρα του, καλύπτοντας τα υδατοστεγή,
οι ναυτικοί του απ' την Αχερουσία
μας προσκαλούσαν στης Στυγός τα αφεγγή.

Αργά προχώραγαν τουλίπια μαύρα
σε συνεχή ταλάντωση, δεξιά κι αριστερά,
διστακτικά εφύσαγεν η αύρα 
ο Πολικός Αστέρας μας κοιτούσε ειρωνικά.

Του καραβιού θα ήτανε η κόρνα
ή τρείς ψυχές-φαντάσματα, χαμένων ναυτικών,
όσους πνιγήκαν ο ουρανός συχώρνα
κι αυτούς που ξεφαντώναν σε χορούς αερικών.

Η αιθάλη κάλυπτε την παραλία
τα σκόρπια φώτα της αναβοσβήναν μοναχά
η πλημμυρίδα με αλλοτροπία
τα προετοίμαζε να βυθιστούν στην καταχνιά.

Η κόρνα χαιρετούσε τον Πορθμέα
με δυό ιστούς να απειρίζονται στον ουρανό
στον ένα η φθαρμένη μας σημαία
στον άλλο οι χοροί μας που πνιγήκαν στο νερό.

2017-03-07
© G. Venetopoulos, all rights reserved
(11/14 syllables Ιambic verse - surreal poetry)

Saturday, March 4, 2017

ατσάλινο σφυρήλατο

ατσάλινο σφυρήλατο

Περήφανα στον άνεμο το βάνδο του Ακρίτα
δεν υποστέλλεται, κι αυτός δεν σκύβει το κεφάλι,
στρατιώτης, δεν εγνώρισε στον πόλεμο την ήττα
κι απ' την σκοπιά του Αγαρηνοί δεν έχουνε εισβάλει.

Χειρότερη απ' τον θάνατο είν' η σκλαβιά της γης του
η Πόλη έπεσε κι αυτός τα στίφη περιμένει,
αυτός είν' ο προορισμός του Έλληνα Αρίστου,
- στο αίμα στέκει η λευτεριά, αποκαθηλωμένη.

Γιατί ο Ακρίτας μόνος του, στον πόλεμο πηγαίνει
στον κίνδυνο δεν σκιάζεται, τον Άδη δεν φοβάται,
με ατσάλινο σφυρήλατο σπαθί ζει και πεθαίνει
με Ολύμπιους ημίθεους μονάχα προσμετράται.

2017-03-04,
© G. Venetopoulos, All rights reserved
(Iambic decapentasyllabic verse)

Monday, February 27, 2017

Αόρατο τετράποδο

Αόρατο τετράποδο

Αγδίκιωτη επέρναγε η σκιά του ημιόνου
(αφότου τον εγάζωσαν τα υποπολυβόλα)
πως το παλιό λιθόστρωτο, στη βρύση του δαιμόνου,
στοιχειώθη τα μεσάνυχτα κι όλο σπινθηροβόλα.

Αόρατο τετράποδο τη νύχτα ροβολούσε,
(γροικούσανε οι κάτοικοι τα πέταλα στο δρόμο),
τους εισβολείς με τις στολές αλύπητα κλωτσούσε
στα καλντερίμια του χωριού, σκορπίζοντας τον τρόμο.

Με ένα "γντουπ" οι Έρουλοι, το λάκτισμα δεχόνταν
(τα πέταλα αφήνανε το αποτύπωμά τους)
και ύστερα, καχύποπτα, αλληλοκοιταζόνταν
μην ημικύκλια έφεραν, ψηλά στα μέτωπά τους.

Μα από τα λακτίσματα πολλοί αποκουτιάναν
(μην τάχα διαθέτανε μυαλό μεσ' στο κεφάλι;)
καθώς τα γντουπ πληθαίνανε κι οι πεταλιές αυξάναν,
σε "χάιλ" ονομάτισαν το μαύρο τους το χάλι.

Και δώστου γντουπ και ξαναγντούπ η σκιά του ημιόνου,
(αερικό στα σύννεφα, χορεύοντας, περνούσε),
στ' αστραφτερό λιθόστρωτο, στη βρύση του δαιμόνου,
τις γκρι στολές, με τσάμικο, αυτόματα κλωτσούσε.

2017-02-28
© Georgios Venetopoulos, all rights reserved

Saturday, February 4, 2017

Μπουκουβάλας

Μπουκουβάλας

Περίμενε σαράντα τρεις ημέρες στο μετόχι
μα στις σαραντατέσσερις αδράχνει το τουφέκι,
τα δυό κουμπούρια ζώνεται, τ' ασημοκαπνισμένα,
και σέλα ρίχνει στο φαρί, στ' αγέρωχο κατράνι.

Με το σφυρήλατο σπαθί, ατσάλι της Δαμάσκου,
ο κλέφτης δεν συντάσσεται με τ' άλλα παληκάρια
στου Νικολάου τον ταϊφά μηδέ στου  Καρατάσου,
για το Κεράσοβο κινά να βρει τον Μπουκουβάλα.

Ο Μπουκουβάλας πολεμά, βροντά το καρυοφίλι,
στη Βασιλίτσα τον Βελή Πασά κατατροπώνει,
τον καταδιώκουν μ' άλογα μέχρι το Τεπελένι,
στον Καραΐσκο το μηνούν και στον Κολοκοτρώνη.

2017-02-04
© Georgios Venetopoulos, All rights reserved
(Iambic 15syllabic verse)

Sunday, January 22, 2017

woods of evergreen



He knows the dance of lines at night,
 and their expanding, wayward trip
the perils and the clipons grip.

Convergent margins still unite
 where once per life, lines sternly meet
to make the skylines incomplete.

The scenes recite and years invite,
 abstruse the range, lift and share
the precognitions blue affair.

His mind abides the beaming light
 as thrust draws close the distant knots
and his horizons linking thoughts.

Where braves their destiny incite
 as lines embellish this decor,
where scenes return to years before.

Defiantly his words indite,
 what his third destiny perfects,
trajectories of skyward wrecks.

Where braves amid the mists ignite
 their speeding dreams of years eighteen
and turn to woods of evergreen.

© G. Venetopoulos 12-23-2013, All Rights Reserved
(Iambic tetrameter)

Sunday, January 15, 2017

Το γρούνι

Το γρούνι

Ο Ρούντυ έτρωγ' αχνιστά τα νόστιμα κοψίδια,
ολόπαχες κατέβαζε γραβιέρες και καρβέλια
αδιάφορος για τα παιδιά με τις τουμπανιασμένες
από αβιταμίνωση κοιλιές και τα κουρέλια.

Χαχάριζε ολομέθυστος ο Ρούντυ και ρευόταν,
ενώ τριγύρω τα φτωχά παιδιά σκελετωμένα
την δυσοσμία ανέπνεαν και άρρωστη σαπίλα
όταν επέρδετο συρτά και αποβλακωμένα.

Με δύο κουμπότρυπες σχιστές, από το λίπος, μάτια
κοιτούσε χλαπακιάζοντας το κρέας στην πιατέλα
κι αφού ρευόταν δυνατά, να κάνει κι άλλο χώρο,
χοντρές μπουκιές απόκοβε από μια μορταδέλα.

Παρατηρούσαν τα παιδιά τον υποβαθμισμένο
που ομοβροντίες άφηνε κάτω απ' την γκρίζα χλαίνη,
με το ντι εν έι του λειψό, μυαλό αλλοιωμένο,
γιατί έπινε μόνο κρασί και μπύρα αφρισμένη.

Μέσ' στην πιατέλα έπεσε το άδειο του κεφάλι,
τραγούδαγε Λιλή Μαρλέν και στο ροχαλητό του,
ρευότανε μουγκρίζοντας σαν άρρωστο βουβάλι
όλοι, δε, νοιώθαν την οσμή του βρώμικού του χνώτου.

Αθόρυβα και τρέμοντας ανέβηκε η Μαρία
κυοφορούσε κι άρπαξε ένα ψωμί καρβέλι·
στην γη οπού οι Έλληνες εγράψαν ιστορία,
κι ο βλάξ ονειρευότανε τον ζύθο στο βαρέλι.

Το γρούνι ξάφνου ξύπνησε· του κλέβαν το φαΐ του!
την πεινασμένη έσπρωξε με βιά 'πό το μπαλκόνι
και μπρος στα μάτια των παιδιών, στην γη του Δημοκρίτου,
με την κοιλιά της χτύπησε στο παγωμένο χιόνι.

2017-01-15,
© G. Venetopoulos, All rights reserved

(Iambic decapentasyllabic verse) (Αληθινή ιστορία)

 http://georgiosvenetopoulosverse.blogspot.gr/

Monday, January 9, 2017

το μαντολίνο - a Villanelle lesson

το μαντολίνο

Μου έστειλες το μήνυμα πως είσαι στο Τορίνο,  (A1) a
σου άρεσε η ασπρόμαυρη, με φιλμ, φωτογραφία,  b
θαρρώ πως με προσκάλεσες να πιούμε καπουτσίνο.  (A2) a

Ζωγράφισα το γέλιο σου! Κρατούσες ομπρελίνο,  a
σηκώναμε μεσ' στη βροχή στην πλάτη τα βιβλία,  b
μου έστειλες το μήνυμα πως είσαι στο Τορίνο.  (A1) a

Προσπάθησα την σκέψη μου αλλού να κατευθύνω  a
διαβάζοντας μηχανική κι επιπεδομετρία  b
θαρρώ πως με προσκάλεσες να πιούμε καπουτσίνο.  (A2) a

Πόση χαρά μου έδωσε το μήνυμα εκείνο!  a
δειπνούσαμε συχνά μαζί στην ίδια τρατορία,  b
μου έστειλες το μήνυμα πως είσαι στο Τορίνο  (A1)

... κι έψαχνα κάτω απ' τη βροχή ξανά να διακρίνω  a
το κιτρινο ομπρελίνο σου στην γκρι μονοχρωμία  b
θαρρώ πως με προσκάλεσες να πιούμε καπουτσίνο.  (A2) a

Η ομίχλη απλώνει σιγαλά· κάπου το μαντολίνο  a
και οι εικόνες χτίζουνε την ίδια αλληλουχία  b
μου έστειλες το μήνυμα πως είσαι στο Τορίνο,  (A1) a
θαρρώ πως με προσκάλεσες να πιούμε καπουτσίνο.  (A2) a

2017-01-09
© Georgios Venetopoulos, all rights reserved
(Villanelle - Iambic decapentasyllabic verse)

Η μορφή της:

    Refrain 1 (A1)
    Line 2 (b)
    Refrain 2 (A2)

    Line 4 (a)
    Line 5 (b)
    Refrain 1 (A1)

    Line 7 (a)
    Line 8 (b)
    Refrain 2 (A2)

    Line 10 (a)
    Line 11 (b)
    Refrain 1 (A1)

    Line 13 (a)
    Line 14 (b)
    Refrain 2 (A2)

    Line 16 (a)
    Line 17 (b)
    Refrain 1 (A1)
    Refrain 2 (A2)

Η δομή της:

Η βιλανέλα (Villanelle) έχει πάντα δύο ομοιοκαταληξίες (την a και την b), 19 γραμμές και δύο ρεφραίν τα Α1 και A2. Επειδή είναι ποίημα που χρησιμοποιείται στην Ιταλική παραδοσιακή μουσική, προτιμώ να ακολουθεί κάποιο μέτρο, δηλαδή να μην είναι άρρυθμη. Εν τούτοις έχουν γραφεί πολλές βιλανέλες οι οποίες δεν ακολουθούν μέτρο, κυρίως γιατί οι στιχουργοί τους δεν έμαθαν ποτέ να γράφουν έμμετρη ποίηση. Στην Ελληνική ποίηση δεν έχω ανακαλύψει κάποια αξιόλογα δείγματα βιλανέλας και σήμερα σας παρουσιάζω (για εκμάθηση) την πρώτη Βιλανέλα που συγγράφηκε ποτέ στα Ελληνικά σε συνεπή Ιαμβικό 15σύλλαβο και ομοιοκαταληξία.

Η κατασκευή της:

    Ρεφραίν 1 (A1)
    Γραμμή 2 (b)
    Ρεφραίν 2 (A2)

    Γραμμή 4 (a)
    Γραμμή 5 (b)
    Ρεφραίν 1 (A1)

    Γραμμή 7 (a)
    Γραμμή 8 (b)
    Ρεφραίν 2 (A2)

    Γραμμή 10 (a)
    Γραμμή 11 (b)
    Ρεφραίν 1 (A1)

    Γραμμή 13 (a)
    Γραμμή 14 (b)
    Ρεφραίν 2 (A2)

    Γραμμή 16 (a)
    Γραμμή 17 (b)
    Ρεφραίν 1 (A1)
    Ρεφραίν 2 (A2)

το μαντολίνο

το μαντολίνο

Μου έστειλες το μήνυμα πως είσαι στο Τορίνο,
σου άρεσε η Άλγεβρα και η Γεωμετρία,
θαρρώ πως με προσκάλεσες να πιούμε καπουτσίνο.

Ζωγράφισα το γέλιο σου! Κρατούσες ομπρελίνο,
σηκώναμε μεσ' στη βροχή στην πλάτη τα βιβλία,
μου έστειλες το μήνυμα πως είσαι στο Τορίνο.

Προσπάθησα την σκέψη μου αλλού να κατευθύνω
διαβάζοντας μηχανική κι επιπεδομετρία
θαρρώ πως με προσκάλεσες να πιούμε καπουτσίνο.

Πόση χαρά μου έδωσε το μήνυμα εκείνο!
δειπνούσαμε συχνά μαζί στην ίδια τρατορία,
μου έστειλες το μήνυμα πως είσαι στο Τορίνο

... κι έψαχνα μέσα στη βροχή ξανά να διακρίνω
το κιτρινο ομπρελίνο σου στην γκρι ισοχρωμία
θαρρώ πως με προσκάλεσες να πιούμε καπουτσίνο.

Η ομίχλη απλώνει σιγαλά· κάπου το μαντολίνο
και οι εικόνες χτίζουνε την ίδια αλληλουχία
μου έστειλες το μήνυμα πως είσαι στο Τορίνο,
θαρρώ πως με προσκάλεσες να πιούμε καπουτσίνο.

2017-01-09
© Georgios Venetopoulos, all rights reserved
(Villanelle - Iambic decapentasyllabic verse)

Monday, October 19, 2015

Archangel

Archangel

I sensed the dance of clouds and windy drawls,
the moving marionettes of moonlight,
ideally it cleared the shades of souls
to intersect our solitude, forthright.

The dusk descended when 'Archangel' crossed
the sight of island men, a gliding wraith
and huge the blackened ship's displacement boss'd
the mariners' astounded stares and faith.

Monotonous the bagpipes led to trance, 

autonomous the ship's insistent horn
invited us to some besotting dance
the ship regaled; unearthly song and mourn.

We danced inside the rain while ghostly pipes
entwined with the sea's baptismal notes,
- betrothal waved the blue and white flag stripes,
- like coffins moved around the wooden boats.

Embarked, we, upon the ship, erelong,
to sail infinity in ocean brines,
although the Sirens with their cradle-song,
the Hades' treated us, communion wines.

© 05-14-2013, G. Venetopoulos, All Rights Reserved
(Iambic pentameter)

College verse

College verse

Forthcoming boats, the streamers ply
along the edges of the pier
and by the skylines' blue frontier,
where waters follow mists and tide.

The day is absent - (maybe not)
pristine, on thought, adorned the drifts,
away from corals and sea reefs,
- where pridefulness became a knot.

The vineyards, now, surround the rails,
arcane the train, in distance fades,
the northern gusts and dusky shades,
became his friends, along the trails.

Upon the railways, trips are long,
remote banquets his paths ascribe,
where passengers of time transcribe
how honoring expends the wrong.

Denoted moments, College verse,
their distant lives, to then direct,
her laughter, threshold to project
the springtime fields of blooming thyrse.

Attracts him back where times portray
her solving of the maths on board,
unique of thoughts, his smiles award
what her acoustic chords convey.

© G. Venetopoulos,07-20-2013 All rights reserved
(Iambic tetrameter)

College verse 

Wednesday, October 14, 2015

Down by the river's banks

Down by the river's banks

The foliage dithers by the side
of Acheronian river,
as Roxanne journeys in her sleep,
along the lithesome streamers
with ruptured flags to wave above
the shakiness of blossoms
and down its coursing path with souls
of lovers gone and dreamers.

Symbolic is the Eagle's flight
above the battle winners
of Alexander's phalanxes,
most glorious 'mid mortals
and it becomes the flaming pyre
that purifies on altars
the braves who passed across the Styx,
the Hades' iron portals.

"Protect him deities of night,
Morpheus send my message,
cause he should not stare at the sun
on Babylon's west entrance
I hark to wind, that passes mid
the ferryman's black cordage
and marries those who search across
their everlasting romance."

The maiden's song had tranced him by
the silver stream's embankment
and to the skylines followed him,
along the nightly orchard
that spreads beyond the stills of time
the night's ebonic garment
and with her lonesomeness amass,
secluded tho' engaged.

Intangible, she lifted high,
above the efflorescence,
therefore she wore, beyond her life,
betrothal ringing golden;
with him she slept in cotton mists,
aboard the ship of voidance
monotonous her windy songs,
their trip of e'er to broaden.

© 23-04-2015, G. Venetopoulos, All Rights Reserved
(Iambic decapentasyllabic verse)

Tuesday, October 13, 2015

Notre Dame Marion

Notre Dame Marion

She thought of all details the Mistral sweeps
the tears she shed that night atop the deck;
how beautiful it was to bear her dreams
but why the heavens have induced the wreck?

For ten odd months the messages received,
the scent of ports brought in, so to inform
but near Alaska, Bering Strait, bereaved
the ship had spent her masts, in waves and storm.

The Mistral spoke that night, 'the ship was split',
and then he was with her, in waxen light;
he smiled - she guessed he knew naught of it;
how was his smile angelical and bright!

He kiss'd her face (or so she thought), and hair
and then he sail'd away, in her belief,
atop the tides on his departing fare,
on moors she laughed to conjure the grief.

On Aleutians snows today and slow,
'Notre Dame Marion' advances on the tide;
atop the deck are standing in faint glow,
two ghosts that conn the ship on ether's glide.

© G. Venetopoulos 2012-01-09, All Rights Reserved
(Iambic pentameter)

Sunday, October 11, 2015

Nτηζελοκινητήρας

Ντηζελοκινητήρας

Βρυχήθηκε ο άγριος ντηζελοκινητήρας

μα ο Γιώργος πιλοτάριζε 'πιδέξια στο τιμόνι,
φουσκώνανε τα όμβρια ως τον αναβατήρα,
στη λαμαρίνα η βροχή έπαιζε Αλμπινόνι.

Ο οδοστρωτήρας ζύγιζε σαράντα-δύο τόννους
αέρας φύσαγε δριμύς, (μαϊστροτραμουντάνα)
μακρυά από την Εθνική τον πήρε ο χωροχρόνος
καί πέταξε απ' το Τολό μέχρι τη Δημητσάνα.

Η φήμη του απλώθηκε σε ούλο το δοβλέτι
στο Μαίναλο ήταν αϊτός, στον Πάρνωνα γεράκι
καθότι ούλοι στα βουνά τον σέβονταν, προσέτι
σε παραλίες, πεδινά και κάθε χωριουδάκι.

Ο οδοστρωτήρας έγινε το σύμβολο της νίκης
τον οδηγούσε στα χωριά μα και στις κωμοπόλεις,
σε συναυλίες με ροκιές κι ωδές ουρανομήκεις,
με πειραγμένα καύσιμα, βενζόλης κι αιθανόλης.

Ο κεραυνός πήρε φωτιά, μακρυά, απ' τον γαλαξία
τον τράβηξε το μέταλλο και η αγωγιμότης,
ο έλεγχος εχάθη και η ηλεκτροπληξία
τον τίναξε στην Τρίπολη· μην ήταν Βαλτετσιώτης;

Εκεί, όσοι μαζώχνονταν, μακρυά από την Αθήνα,
χορεύαν καλαματιανούς, αντικρυστούς και μπάλους
με τα νταούλια, τα βιολιά, τις γκάιντες, τα κλαρίνα
με τροβαδούρους, ποιητές και χοροδιδασκάλους!

© 2015-10-11 G. Venetopoulos, All rights reserved
(Iambic decapentasyllabic verse)


Ηθικόν δίδαγμα: Μην οδηγείτε τον οδοστρωτήρα σας όταν πίπτουν κεραυνοί.

Thursday, October 8, 2015

Marmalade Upon The Bread


Marmalade Upon The Bread

Marmalade upon the bread   7
- yet not there alone -   5
tempts the birds to taste the spread
search the unbeknown.

Stood before them, overwrought,
- Poetry and Art -
clever efforts led to naught
sweetness to impart.

© 2015-04-07, G. Venetopoulos, All Rights Reserved
(Trochaic verse 7/5)

Thursday, October 1, 2015

The tango teacher

The tango teacher

The Latin teacher danced before
 his monolithic size,
a red dressed figure, tripping, thrilled
 his attitude and thought,
for none knew better than this femme
 to make the apple pies
his appetite desired so much
 and blurry thinking sought.

She moved around his bulkiness
 with brio and pizzazz,
convincing him to dance with her
 a tango por amor·
a man of gallantry who learned
 its steps in Alcatraz
began to twirl with elegance
 upon the marble floor.

The apple pies were resting on
 the kitchen wooden board,
so, every time he started to
 express his loving quotes
she stuffed his mouth with tasteful chunks,
 he certainly adored,
and both gyrated in the air
 with donkeys, pigs and goats.

So, dancing carelessly, the man
 betrampled on her toes
while she was holding in her teeth
 a crimson Spanish rose.

2015/10/01
© G. Venetopoulos All rights reserved
(sonnet, Iambic heptameter sonnet)

Tuesday, September 29, 2015

Βεατρίκη


Βεατρίκη

Στο δρόμο προς τον Έσπερο, τον πρόλαβε η νύχτα
καθώς κατέβαινε βουβή και σκέπαζε τα δάσα,
από μακρυά ερχότανε ο άνεμος που αλύχτα
και σάρωνε την άσφαλτο με παγωμένη ανάσα.

Μουντό το πάσο τ' ουρανού, στο σκότος οδηγούσε
φλογίτσες λαμπυρίζανε, τα άγνωρα αστέρια
η Βεατρίκη το νερό του Κράθη εκερνούσε
ως υδροχόος της Στυγός, σε ιδεατά παρτέρια.

Με σάλπιγγες και κύμβαλα χορεύαν ακροβάτες
αποκυήματα νυχτός και χρόνου ασυμβάτου,
- του κινητήρα άκουγε τους υπερτροφοδότες,
των Εσπερίδων κάλεσμα ή τάχα του θανάτου;

Για χρόνια το πεντάλιτρο, τραβούσε προς τη δύση
σε δάση από βελανιδιές, και μέλανα ελάτια
οι ακροβάτες είχανε ωστόσο ισορροπήσει
σ' αόρατα σχοινιά που βγουν στου Άδη τα παλάτια.

Απάνω τους χορεύανε χιλιάδες παντομίμες
με τα γεράκια πιο ψηλά τροχιές να διαγράφουν
τον Βόρειο να αιωρεί απόκληρες τις μνήμες,
στο μαυρονέρι του Χελμού που θρύλοι περιγράφουν.

Στο μούχρωμ' αφανίστηκαν, με γέλια οι ακροβάτες,
το μελανί πεντάλιτρο κεντούσε τα σκοτάδια
σχεδιάζοντας ιδανικά, στου ποταμού τις όχτες,
τροχιές που απειρίζονταν στου Άδη τα λιβάδια.

© G. Venetopoulos, 2015-09-29, All rights reserved
(Iambic decapentasyllabic verse)


Tuesday, September 22, 2015

Blue fenêtre

Blue fenêtre

Τhe night encompassed his face and voice, 
outside the blue fenêtre alone he stood, 
his thought succumbed to a doubtful choice 
unfinished structure made from balsa wood.

Τhe flying daughters of the night, wind-wrought, 
escorted shades of blue and raindrops shed, 
she fled, a monochrome contrast he sought; 
in air her photograph averts, misled.

The nighttime beckoned on its steady mold; 
in that same sight he touched her face and braved, 
the longitudes besought, belied and called, 
contrasting him outside his dream and grave.

In air suspended a newspaper folds 
dispatched, waving renders his advance
its insignificance his spirit holds, 
before the sill she mends his nightly dance.

© 03-22-2013, G. Venetopoulos, All Rights Reserved
(Ιαmbic Pentameter)

Blue Fenêtre