Showing posts with label Ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος. Show all posts
Showing posts with label Ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος. Show all posts

Wednesday, May 30, 2018

Upon the sparkling, April field (Leeroy von Nebulae)


Upon the sparkling April field, where the bell-flowers blossomed,

two poets stood amid the blooms, two writers of pure wisdom,

meanwhile, the birds exalted them, cause deep in verse have fathomed

and treated poetry like none, with gallantry and rhythm.


And as the birds were chirping in the leafage of the forest

the two composers synthesized the crop of thoughts that random

became their poetry's free verse, philosophy, thus, modest,

the scriptures called bankrupted talk and artlessness of flotsam.


The authors, thus, beneath the birds and vervains purple colors,

narrated 'bout the pepper steaks and pizzas pepperoni,

the grayish donkeys and their bray, through softened words of candor

conduced, hence, this spectacle and joyous ceremony.


What was occurring round the two was godly sent, on purpose;

the softened breeze, the sunny morn, the singing of the birdies,

and furthermore, their chosen verse that both believed was flawless,

- the soul's redemption stands upon the praising by the toadies.


Obtusely boosting, slow and firm , their tilted thoughts euphoric

have driven both to fly above this natural assemblage,

hence joyfully enjoined some logic anti-strophic,

amid the clouds envisioning a pizza-Heaven-cottage.


Leeroy von Nebulae y Pitter Patter Supernova

expressed the nothingness of verse, the donkeys, then, recited

and stood impassively in the blooms, their thoughts a dull cadenza,

evaluated by the birds, that chirped their notes, astounded.

© 03-23-2014, G. Venetopoulos, All Rights Reserved
(Iambic decapentasyllabic verse)

Sunday, January 21, 2018

Το σανδάλι

Το σανδάλι

Ο νέος σάλταρε με βια πάνω στην Καβασάκι
ερωτευμένος δήλωνε με κάποια ζωντοχήρα
για τα κοψίδια έγραφαν ποιήματα στη Θράκη,
των σανδαλιών τους τα λουριά και τον αναβατήρα.

Μια χίμαιρα η σχέση τους, από παλιά, στην Τροία
μια φαντασίωσ' ήτανε και όνειρο χαμένο
το όνομά της, δήλωσε, ήταν Ελευθερία
και είδωλο του στο μυαλό, το κοσμογυρισμένο.

Ο αναβατήρας τράβηξε απ΄το λουρί τ' αγόρι
στην άσφαλτο τον έσυρε κι η ανθρωπότη εθρήνα
πώς εμπερδεύθη η μιζανπλί, κι ούλο το βλαχοχώρι
για το μαλλί που χάλασε, εμέθα με ρετσίνα.

Μα το σανδάλι έφυγε, το άρπαξε η μπόρα
επέπλευσε στου ποταμού το ρεύμα και εχάθη,
και από τότε η ζωή τραβάει την ανηφόρα
με τις Οφφσόρ, τις Μ.Κ.Ο. και του ρωμιού τα πάθη.

© 2018/01/21 G. Venetopoulos All rights reserved
(Iambic decapentasyllabic verse, surreal)




Saturday, December 9, 2017

Κακά πλάσματα

Κακά πλάσματα

Πού είσθε, λογοτέχνιδες, κι εχάθη η έμπνευσή σας;
Αφήσατε την άμιλλα και τώρα ολιγωρείτε.
Μηκέτι δεν σας άρεσε της Θώμης το παστίτσιο
και κλάψατε στη μοναξιά, μην κάηκε ο κιμάς της;
μήπως τα μακαρόνια της ήταν παραβρασμένα,
γι' αυτό η καρδιά σας σπάραξε κι απ' την πολλή λαχτάρα
τα δάκρυά σας έτρεχαν σαν την βροχή στο τζάμι;

Φαντασματάκια πέταξαν επάνω απ' τα γραπτά σας
κι αφαίρεσαν κοσμητικά κεντίδια και πλουμίδια
Ελύτη απαγγέλλοντας μέσα στα όνειρά σας,
γατούλες νιαουρίζουνε πάνω στα κεραμίδια.

Αρπάχτε τα μολύβια σας και τα τετράδιά σας
και ξεπεράστε τα κακά πλάσματα που σας ζώνουν
φαντασματάκια δεν μπορούν την έμπνευση να πάρουν
εκτός αν θέλετε κι εσείς, χωρίς αυτή να ζείτε.

2017/12/10 © G.V.
(εμπνευσμένο από/βασισμένο στο ποίημα της Θώμης "ΩΣΑΝ ..ΠΑΣΤΙΤΣΙΟ")

Wednesday, November 15, 2017

Μανούλα μ' φίβγου άπου ιδώ!

Μανούλα μ' φίβγου άπου ιδώ!

- Μανούλα μ' φίβγου άπου ιδώ! Παγαίνου Γιρμανία!
- Μην πας μονάχους γιόκα μο, θα μ' φάει η αγωνία.
Να παρ'ς μαζί σ' τουν σκύλου μας για να σι προυστατεύει
να πάρεις κι του κόνισμα ινός από τ'ς αγίους...

... προτίμα τουν Παΐσιου μι τις καφί παντόφλες
αυτές θα σι βοηθήσουνε τουν δρόμο πίσου νάβρεις
όταν θα πάρ΄ς την Μιρσιντές κι θα την οδηγήσεις
στα καλντιρίμια του χωριού, στουν άδειου καφινέ του...

... κι θα παρκάρ'ς σαν άρχουντας ιμπρός στην ικκλησία
να προσκυνήσεις τους αγιούς κι όλους τους αγγέλους
κι τους προυφήτις ποιητές που είνι βραβευμένοι
γιατί χωρίς να σι γνοιαστούν μιγάλους διν θα γένεις ...

... πως τα καλά αυτά πιδιά, οι Γιρμανοί σι πήραν
σι βάλαν στ' αργοστάσιο, κι κεί σακιά σηκώνεις
μα δεν σι βλέπ'ν οι χωριανοί κι διν νογούν τι κάνεις
πως είσι προοδευτικός κι αργάτης των προυχόντων...

... κι κάποια ημέρα θα σ' ιδούν να κυβιρνάς την χώρα
να ιξουσιάζεις του χουριό για χάρη του αφέντη
που θάχει τότες Γιρμανούς, τους δούλους να προγκάνι
κι οι τσούπρες θα σι θιέλουνι γι' άντρα τους μι στιφάνι...

2017-11-15,
© G. Venetopoulos, All rights reserved
(Iambic decapentasyllabic verse)

(Ιαμβικός 15σύλλαβος)


Sunday, July 9, 2017

Πετσενέγκος


Πετσενέγκος

Νησί θάταν στη θάλασσα ή τάχατες καράβι
που ελιμενίσθη στ' αβαθή, στου φεγγαριού το φέγγος,
με πλοιοκτήτη βοηθό φούρναρη ή μανάβη,
να ήταν άραγε Κουμάν ή μήπως Πετσενέγκος;

Ενεφανίσθη στην ξηρά, αιθέριο στην πλατεία
η πρύμνη έσταζε σκουριές – ολόιδια κι η πλώρη
μα κουβαλούσε απόσταγμα, της γνώσης την ουσία
κι από ψηλά στη γέφυρα ελάλαγε κοκόρι.

Πώς πέταξε μονάχο του, μην ήταν αεροπλάνο;
θαυμάζαμέ το άναυδοι, για αποσβολωμένοι,
να το εφιλοτέχνησε ο Ελ Γκρέκο ή ο Τισσιάνο
και διέφυγε της προσοχής του Ρωμανού Διογένη;

.....
.....

Νησί θάταν στη θάλασσα ή τάχατες καράβι
που ελιμενίσθη στ' αβαθή, στου φεγγαριού το φέγγος,
με πλοιοκτήτη βοηθό φούρναρη ή μανάβη,
να ήταν άραγε Κουμάν ή μήπως Πετσενέγκος;

2017/07/09
© G. Venetopoulos All rights reserved
(Iambic 15syllabic rhyming verse)


Κουμάν, Πετσενέγκοι: Βαρβαρικές νομαδικές φυλές οι οποίες λεηλατούσαν περιοχές του Βυζαντίου μέχρι τον 11ο αιώνα μ.Χ. Ο Ρωμανός Διογένης υπήρξε ένας εξαίρετος Βυζαντινός αυτοκράτορας ο οποίος νίκησε τους Πετσενέγκους σε αποφασιστικές μάχες και απάλλαξε την Αυτοκρατορία από την παρασιτική τους παρουσία και συμπεριφορά. Οι Π., με την πάροδο του χρόνου, αφομοιώθηκαν από άλλα νομαδικά φύλα.

Friday, June 2, 2017

Χιονόνερο Τεργέστης

Χιονόνερο Τεργέστης

Απόκοσμα μηνύματα μετρούσες, του ασυρμάτου 15
οι Μοίρες σχεδιάσανε την διάσταση αυτή 14
υφαίναν οι φωνές τους το τραγούδι του θανάτου
με φόντο τους την μέλανα, του θόλου, αψιδωτή.

Πορεία μεσ' στην καταχνιά, μπρούσκο κρασί χυμένο,
λάβαρα του λυκόφωτος στο θρόνο της νυχτός,
χορεύει η επιφάνεια - νερό προορισμένο
να υποδεχθεί το πλήρωμα στα βάθη του, εντός.

Οι παρηχήσεις του άνεμου ακούγονταν - προσκλήσεις·
χαθήκαν τα χαρίσματα των έκπτωτων ψυχών,
δεκαεννιά φαντάσματα ζωής ακυρωθείσης
σε διαδρομές αχαρτογράφητων περιοχών.

Σημαίες ανεμίζανε πιο κάτω από τ' αστέρια,
κουρελιασμένα σύμβολα, προπέρσινης γιορτής,
καλό τιμόνι κράταγες στα δουλεμένα χέρια
με την ομίχλη αθόρυβη ακτής εωθινής.

Μα κάθε μέρα έβρεχε (χιονόνερο Τεργέστης),
χωρίς ποτέ το φορτηγό να ελιμενισθεί,
στην αδειοσύνη πλοηγός, στην ρότα σου αντέστης
προτού από θαλάσσια νερά κατακλυσθεί.

Της ελεγείας δέσποινες από τον Ελικώνα
εστόλιζαν στον αργαλειό αρχαίο υφαντό
με άνθηρα πολύχρωμα σε ηλιόλουστο νυμφώνα
και ένα τριαντάφυλλο μπορντώ, αγκαθερό.

2017/06/02
© G. Venetopoulos, All rights reserved
(Iambic 15/14 verse)

Thursday, May 25, 2017

Το παραθύρι της ψυχής

Το παραθύρι της ψυχής

Το παραθύρι του σπιτιού στην θάλασσα κοιτούσε,
της σκέψης του αερικό κυλούσε μεσ' στο αίμα,
ομίχλη φθινοπωρινή στο μούχρωμα περνούσε,
η Περσεφόνη με χλωμό το χρυσαφένιο στέμμα.

Φθινοπωριάτικη βροχή σ' αέρινο καθρέφτη
στο τζάμι του αργοκυλά – ωσάν να περιμένει
τον επιβάτη της γιορτής, στου δειλινού το ξέφτι,
στο παραθύρι της ψυχής, μορφή αφιερωμένη.

2017-05-26
© G. Venetopoulos All rights reserved

Wednesday, March 22, 2017

Γιώτα-χι βαπόρι

Γιώτα-χι βαπόρι

Στου λιμανιού τα μαγαζιά και τα μηχανουργεία
αλαφροπάτητη κυρά περνά σαν οπτασία
τεχνίτες τήνε χαιρετούν, εργάτες την θαυμάζουν
και οι καραβομαραγκοί κρυφοαναστενάζουν.

Γιατί θεά του Όλυμπου η δέσποινα εχρίσθη,
στου λιμανιού τα γαλανά νερά ενεφανίσθη
ωσάν νεράιδα του γυαλού με έξτρα λαρτζ καμπύλες
γι' αυτήν στα μπαρ οι ναυτικοί μεθάνε με τεκίλες.

Μ' αυτήν την θεία ευμορφιά, οι νιοί, μεταλλαγμένοι,
ουράνια βάλς χορεύουνε, ιδεατά, στη Βιέννη
και στα σοκάκια τραγουδούν παλιά του Μαργαρίτη,
τον έρωτά τους στέλνοντας στην νέα Αφροδίτη.

Καμπυλωτή κι αιθέρια εξηφανίσθη η κόρη,
μα όλοι λεν πως έφυγε με γιώτα-χι βαπόρι.

© 2017-03-22, G. Venetopoulos, All Rights Reserved
(σονέτο σε Ιαμβικό 15σύλλαβο)

Saturday, March 4, 2017

ατσάλινο σφυρήλατο

ατσάλινο σφυρήλατο

Περήφανα στον άνεμο το βάνδο του Ακρίτα
δεν υποστέλλεται, κι αυτός δεν σκύβει το κεφάλι,
στρατιώτης, δεν εγνώρισε στον πόλεμο την ήττα
κι απ' την σκοπιά του Αγαρηνοί δεν έχουνε εισβάλει.

Χειρότερη απ' τον θάνατο είν' η σκλαβιά της γης του
η Πόλη έπεσε κι αυτός τα στίφη περιμένει,
αυτός είν' ο προορισμός του Έλληνα Αρίστου,
- στο αίμα στέκει η λευτεριά, αποκαθηλωμένη.

Γιατί ο Ακρίτας μόνος του, στον πόλεμο πηγαίνει
στον κίνδυνο δεν σκιάζεται, τον Άδη δεν φοβάται,
με ατσάλινο σφυρήλατο σπαθί ζει και πεθαίνει
με Ολύμπιους ημίθεους μονάχα προσμετράται.

2017-03-04,
© G. Venetopoulos, All rights reserved
(Iambic decapentasyllabic verse)

Monday, February 27, 2017

Αόρατο τετράποδο

Αόρατο τετράποδο

Αγδίκιωτη επέρναγε η σκιά του ημιόνου
(αφότου τον εγάζωσαν τα υποπολυβόλα)
πως το παλιό λιθόστρωτο, στη βρύση του δαιμόνου,
στοιχειώθη τα μεσάνυχτα κι όλο σπινθηροβόλα.

Αόρατο τετράποδο τη νύχτα ροβολούσε,
(γροικούσανε οι κάτοικοι τα πέταλα στο δρόμο),
τους εισβολείς με τις στολές αλύπητα κλωτσούσε
στα καλντερίμια του χωριού, σκορπίζοντας τον τρόμο.

Με ένα "γντουπ" οι Έρουλοι, το λάκτισμα δεχόνταν
(τα πέταλα αφήνανε το αποτύπωμά τους)
και ύστερα, καχύποπτα, αλληλοκοιταζόνταν
μην ημικύκλια έφεραν, ψηλά στα μέτωπά τους.

Μα από τα λακτίσματα πολλοί αποκουτιάναν
(μην τάχα διαθέτανε μυαλό μεσ' στο κεφάλι;)
καθώς τα γντουπ πληθαίνανε κι οι πεταλιές αυξάναν,
σε "χάιλ" ονομάτισαν το μαύρο τους το χάλι.

Και δώστου γντουπ και ξαναγντούπ η σκιά του ημιόνου,
(αερικό στα σύννεφα, χορεύοντας, περνούσε),
στ' αστραφτερό λιθόστρωτο, στη βρύση του δαιμόνου,
τις γκρι στολές, με τσάμικο, αυτόματα κλωτσούσε.

2017-02-28
© Georgios Venetopoulos, all rights reserved

Friday, February 24, 2017

Πουλάω λαγάνες

Πουλάω λαγάνες

Συγκάλεσε τον κόσμο του, την άυλη λεγεώνα
για ναύρουνε τη λευτεριά, να βάλουν στο αρχείο
τα δάνεια που δόθηκαν για τον μεγάλο αγώνα
και τις ανάγκες των πτηνών στο ορνιθοτροφείο.

Ο κόσμος του μαζεύτηκε σ' ένα σινεμαδάκι,
τα βόδια μουγγανίζανε ακούγοντας φλογέρες,
στ' Ανάπλι, στο Καρλόβασι και στο Καραμπουρνάκι
φελλοί ξεπεταγόντουσαν από τις σαμπανιέρες.

"Πουλάω λαγάνεεες!" φώναζε σ' αυτούς που είχαν στήσει
στη Λιβαδειά σπληνάντερα, στη Θήβα κοκορέτσια
το κοκκινέλι πίνοντας, την Πέμπτη 'χαν τσικνήσει,
- οι κότες κακαρίζανε στα νέα Ευρωκοτέτσια.

"Και μελιτζάνεεες!" έκραζε, κατσίκες τ' απαντούσαν,
από τις στάνες του χωριού, τα πέρατα του κάμπου·
από απάνεμες πλαγιές, προβάτες αγροικούσαν
βελάζοντας καρτερικά σε ποίησες Ιάμβου.

- Πού πήγαν Κίτσο μ' τα φλουργιά, τα δισεκατομμύργια;
Μην τάχατις πιτάξανι, τα σκόρπισ' ο αγέρας,
μην δαύτοι που τα πήρανε είν' για τα πανηγύργια
κι αξίζουνι πιρίπου σαν τις τρύπες της γραβιέρας;

- Κουστάντου μο πιτάξανι τα δισεκατομμύργια
τα πήραν καλικάντζαροι, τα σκόρπισ' ο αγέρας
το βιός μας υποβάθμισαν στα Ευρωδημοπρατήργια
και μας απόμειν' ο αϊτός της Καθαρής Δευτέρας.

2017-02-24
© G. Venetopoulos All rights reserved
(Iambic decapentasyllabic verse)


Saturday, February 4, 2017

Μπουκουβάλας

Μπουκουβάλας

Περίμενε σαράντα τρεις ημέρες στο μετόχι
μα στις σαραντατέσσερις αδράχνει το τουφέκι,
τα δυό κουμπούρια ζώνεται, τ' ασημοκαπνισμένα,
και σέλα ρίχνει στο φαρί, στ' αγέρωχο κατράνι.

Με το σφυρήλατο σπαθί, ατσάλι της Δαμάσκου,
ο κλέφτης δεν συντάσσεται με τ' άλλα παληκάρια
στου Νικολάου τον ταϊφά μηδέ στου  Καρατάσου,
για το Κεράσοβο κινά να βρει τον Μπουκουβάλα.

Ο Μπουκουβάλας πολεμά, βροντά το καρυοφίλι,
στη Βασιλίτσα τον Βελή Πασά κατατροπώνει,
τον καταδιώκουν μ' άλογα μέχρι το Τεπελένι,
στον Καραΐσκο το μηνούν και στον Κολοκοτρώνη.

2017-02-04
© Georgios Venetopoulos, All rights reserved
(Iambic 15syllabic verse)

Sunday, January 15, 2017

Το γρούνι

Το γρούνι

Ο Ρούντυ έτρωγ' αχνιστά τα νόστιμα κοψίδια,
ολόπαχες κατέβαζε γραβιέρες και καρβέλια
αδιάφορος για τα παιδιά με τις τουμπανιασμένες
από αβιταμίνωση κοιλιές και τα κουρέλια.

Χαχάριζε ολομέθυστος ο Ρούντυ και ρευόταν,
ενώ τριγύρω τα φτωχά παιδιά σκελετωμένα
την δυσοσμία ανέπνεαν και άρρωστη σαπίλα
όταν επέρδετο συρτά και αποβλακωμένα.

Με δύο κουμπότρυπες σχιστές, από το λίπος, μάτια
κοιτούσε χλαπακιάζοντας το κρέας στην πιατέλα
κι αφού ρευόταν δυνατά, να κάνει κι άλλο χώρο,
χοντρές μπουκιές απόκοβε από μια μορταδέλα.

Παρατηρούσαν τα παιδιά τον υποβαθμισμένο
που ομοβροντίες άφηνε κάτω απ' την γκρίζα χλαίνη,
με το ντι εν έι του λειψό, μυαλό αλλοιωμένο,
γιατί έπινε μόνο κρασί και μπύρα αφρισμένη.

Μέσ' στην πιατέλα έπεσε το άδειο του κεφάλι,
τραγούδαγε Λιλή Μαρλέν και στο ροχαλητό του,
ρευότανε μουγκρίζοντας σαν άρρωστο βουβάλι
όλοι, δε, νοιώθαν την οσμή του βρώμικού του χνώτου.

Αθόρυβα και τρέμοντας ανέβηκε η Μαρία
κυοφορούσε κι άρπαξε ένα ψωμί καρβέλι·
στην γη οπού οι Έλληνες εγράψαν ιστορία,
κι ο βλάξ ονειρευότανε τον ζύθο στο βαρέλι.

Το γρούνι ξάφνου ξύπνησε· του κλέβαν το φαΐ του!
την πεινασμένη έσπρωξε με βιά 'πό το μπαλκόνι
και μπρος στα μάτια των παιδιών, στην γη του Δημοκρίτου,
με την κοιλιά της χτύπησε στο παγωμένο χιόνι.

2017-01-15,
© G. Venetopoulos, All rights reserved

(Iambic decapentasyllabic verse) (Αληθινή ιστορία)

 http://georgiosvenetopoulosverse.blogspot.gr/

Monday, January 9, 2017

το μαντολίνο - a Villanelle lesson

το μαντολίνο

Μου έστειλες το μήνυμα πως είσαι στο Τορίνο,  (A1) a
σου άρεσε η ασπρόμαυρη, με φιλμ, φωτογραφία,  b
θαρρώ πως με προσκάλεσες να πιούμε καπουτσίνο.  (A2) a

Ζωγράφισα το γέλιο σου! Κρατούσες ομπρελίνο,  a
σηκώναμε μεσ' στη βροχή στην πλάτη τα βιβλία,  b
μου έστειλες το μήνυμα πως είσαι στο Τορίνο.  (A1) a

Προσπάθησα την σκέψη μου αλλού να κατευθύνω  a
διαβάζοντας μηχανική κι επιπεδομετρία  b
θαρρώ πως με προσκάλεσες να πιούμε καπουτσίνο.  (A2) a

Πόση χαρά μου έδωσε το μήνυμα εκείνο!  a
δειπνούσαμε συχνά μαζί στην ίδια τρατορία,  b
μου έστειλες το μήνυμα πως είσαι στο Τορίνο  (A1)

... κι έψαχνα κάτω απ' τη βροχή ξανά να διακρίνω  a
το κιτρινο ομπρελίνο σου στην γκρι μονοχρωμία  b
θαρρώ πως με προσκάλεσες να πιούμε καπουτσίνο.  (A2) a

Η ομίχλη απλώνει σιγαλά· κάπου το μαντολίνο  a
και οι εικόνες χτίζουνε την ίδια αλληλουχία  b
μου έστειλες το μήνυμα πως είσαι στο Τορίνο,  (A1) a
θαρρώ πως με προσκάλεσες να πιούμε καπουτσίνο.  (A2) a

2017-01-09
© Georgios Venetopoulos, all rights reserved
(Villanelle - Iambic decapentasyllabic verse)

Η μορφή της:

    Refrain 1 (A1)
    Line 2 (b)
    Refrain 2 (A2)

    Line 4 (a)
    Line 5 (b)
    Refrain 1 (A1)

    Line 7 (a)
    Line 8 (b)
    Refrain 2 (A2)

    Line 10 (a)
    Line 11 (b)
    Refrain 1 (A1)

    Line 13 (a)
    Line 14 (b)
    Refrain 2 (A2)

    Line 16 (a)
    Line 17 (b)
    Refrain 1 (A1)
    Refrain 2 (A2)

Η δομή της:

Η βιλανέλα (Villanelle) έχει πάντα δύο ομοιοκαταληξίες (την a και την b), 19 γραμμές και δύο ρεφραίν τα Α1 και A2. Επειδή είναι ποίημα που χρησιμοποιείται στην Ιταλική παραδοσιακή μουσική, προτιμώ να ακολουθεί κάποιο μέτρο, δηλαδή να μην είναι άρρυθμη. Εν τούτοις έχουν γραφεί πολλές βιλανέλες οι οποίες δεν ακολουθούν μέτρο, κυρίως γιατί οι στιχουργοί τους δεν έμαθαν ποτέ να γράφουν έμμετρη ποίηση. Στην Ελληνική ποίηση δεν έχω ανακαλύψει κάποια αξιόλογα δείγματα βιλανέλας και σήμερα σας παρουσιάζω (για εκμάθηση) την πρώτη Βιλανέλα που συγγράφηκε ποτέ στα Ελληνικά σε συνεπή Ιαμβικό 15σύλλαβο και ομοιοκαταληξία.

Η κατασκευή της:

    Ρεφραίν 1 (A1)
    Γραμμή 2 (b)
    Ρεφραίν 2 (A2)

    Γραμμή 4 (a)
    Γραμμή 5 (b)
    Ρεφραίν 1 (A1)

    Γραμμή 7 (a)
    Γραμμή 8 (b)
    Ρεφραίν 2 (A2)

    Γραμμή 10 (a)
    Γραμμή 11 (b)
    Ρεφραίν 1 (A1)

    Γραμμή 13 (a)
    Γραμμή 14 (b)
    Ρεφραίν 2 (A2)

    Γραμμή 16 (a)
    Γραμμή 17 (b)
    Ρεφραίν 1 (A1)
    Ρεφραίν 2 (A2)

το μαντολίνο

το μαντολίνο

Μου έστειλες το μήνυμα πως είσαι στο Τορίνο,
σου άρεσε η Άλγεβρα και η Γεωμετρία,
θαρρώ πως με προσκάλεσες να πιούμε καπουτσίνο.

Ζωγράφισα το γέλιο σου! Κρατούσες ομπρελίνο,
σηκώναμε μεσ' στη βροχή στην πλάτη τα βιβλία,
μου έστειλες το μήνυμα πως είσαι στο Τορίνο.

Προσπάθησα την σκέψη μου αλλού να κατευθύνω
διαβάζοντας μηχανική κι επιπεδομετρία
θαρρώ πως με προσκάλεσες να πιούμε καπουτσίνο.

Πόση χαρά μου έδωσε το μήνυμα εκείνο!
δειπνούσαμε συχνά μαζί στην ίδια τρατορία,
μου έστειλες το μήνυμα πως είσαι στο Τορίνο

... κι έψαχνα μέσα στη βροχή ξανά να διακρίνω
το κιτρινο ομπρελίνο σου στην γκρι ισοχρωμία
θαρρώ πως με προσκάλεσες να πιούμε καπουτσίνο.

Η ομίχλη απλώνει σιγαλά· κάπου το μαντολίνο
και οι εικόνες χτίζουνε την ίδια αλληλουχία
μου έστειλες το μήνυμα πως είσαι στο Τορίνο,
θαρρώ πως με προσκάλεσες να πιούμε καπουτσίνο.

2017-01-09
© Georgios Venetopoulos, all rights reserved
(Villanelle - Iambic decapentasyllabic verse)

Saturday, January 7, 2017

αβασταγό μουλάρι


Στη σκιά της μάντρας στέκουνταν τ' αβασταγό μουλάρι,
με σκούρο μάτι, μοχθηρό, ετήραγε τριγύρω
πως δεν δεχόταν δουλικά το ξύλινο σαμάρι
και ήτανε κακότροπο το πείσμα του το στείρο.

Κατάντικρυ στη λαγαρή ακτή με τ' αρμυρίκια
εργάτες κάρφωναν με βιά, δοκάρια και σανίδια,
πραματευτάδες θάβγαζαν (μετά τα μπεκριλίκια)
σπουδαίο λόγο για τα ζα· τα πράτα και τα γίδια.

Ο Τζιμ Μπουρδάν ανέλυε μακροφιλοσοφία
γιατ' είχε κρίνει πως εμπρός μια στάνη για να πάει
(μελέτη που εφαρμόσθηκε στη Μεσοποταμία)
θα έπρεπε να χαρισθεί σ'όποιον χαραμοφάη.

- Χωριάτες! Επιλέξατε να με υπηρετείτε
γιατί γεννήθηκα ταγός κι εσείς απλοί μουζίκοι
δοξάστε με ομαδικά και θα ανταμειφθείτε
καθώς δουλειά θα πιάσετε σε ανθρακαποθήκη.

Προχώραγε τα απόγιομα, κακάριζαν οι κότες,
στη λάσπη εκυλιόντουσαν, αδιάφορα, τα γρούνια,
οι τράγοι μπεμπερίζανε φορώντας ρεντιγκότες,
οι γύπες περ'γελούσανε από τα κορφοβούνια.

Μα το μουλάρι κλώτσησε και πήρε να γκαρίζει
γιατί οι αλογόμυγες του πίνανε το αίμα,
ο Τζιμ Μπουρδάν θεώρησε πως τον αναγνωρίζει
και άνοιξε τα χέρια του προς του ηλιού το γέρμα.

Χοροπηδώντας κλώτσαγε τ' αβασταγό μουλάρι
με σκούρο μάτι, μοχθηρό, ετήραγε τριγύρω
το αίμα του -αλογόμυγες- επίναν στη Βαϊμάρη
και ήτανε κακότροπο το πείσμα του το στείρο.

2017-01-07 © G. Venetopoulos, All rights reserved
(Ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος)

Thursday, November 24, 2016

Αρκάδι


Στις τρεις Μαρτίου χίλια οχτακόσια εξήντα έξι
οι επαναστάτες Κρητικοί  συνάχτηκαν στ' Αρκάδι
πως στη συνείδησή τους είχαν όλοι επιλέξει
να διώξουν τον κατακτητή ή να βρεθούν στον Άδη.

Στου Αρκαδίου την Μονή αθροίστηκαν οι Κρήτες
πολέμησαν ηρωικά για την ελευθερία,
ωσάν αρχαίοι Έλληνες, Βυζαντινοί ακρίτες,
ν' αποτινάξουν τον ζυγό και την Τουρκοκρατία.

Πως δεν νοείται Κρητικός, μηδ' Έλληνας ως δούλος,
της περηφάνειας η γιορτή στα σύννεφ' ανεβαίνει
και συνοδεύει τις ψυχές που φύγαν αυτοβούλως
γιατ' είν' η γη που αγάπησαν με αίμα ποτισμένη.

Το Αρκάδι ανατινάχτηκε και οι πολεμιστές του
εφτάσανε στο άπειρο, υμνούν με τους αγγέλους
σε Ίαμβο, Τροχαϊκό και χρόνους Αναπαίστου
τραγούδια του αγώνα τους και δοξασμένου τέλους.

Κι εκεί γλεντούν! Πως ζήσανε με του σπαθιού τ' ατσάλι
για της πατρίδας την τιμή και την υπερηφάνεια,
με του Διός τους κεραυνούς, χορεύουν πεντοζάλι
και γίνονται αναλαμπές στα Κρητικά ουράνια.

© G. Venetopoulos, All rights reserved
(Ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος)

Wednesday, October 5, 2016

Τέλος Άγρας

Τέλος Άγρας

Ανήμερα του Άη Γιωργιού, ακούγονται καμπάνες
Μα δεν χτυπάνε γιορτινά, μονάχα ειδοποιούνε
Κομιτατζήδες φάνηκαν στο πέρασμα των βράχων,
καλπάζοντας πυροβολούν αμάχους με ντουφέκια.

Την Βόρεια Ελλάδα μας, διεκδικούν οι ξένοι
στη σκοτεινή περίοδο αυτή της Ιστορίας
παράνομα αντάρτικα εισβάλλουνε στη χώρα
που δίδαξε πολιτισμό κι όλες τις επιστήμες.

Ο Τέλος Άγρας, λοχαγός, στα Γιαννιτσά, στο βάλτο,
ο αρχηγός Παύλος Μελάς με τον Καραβαγγέλη
κι ο Αντώνης Μίγγας πολεμούν για την ελευθερία,
στη Νάουσα, την Έδεσα, την Καστοριά, την Πέλλα.

Στο Ναύπλιο γεννήθηκε κι ήρθε στο βαλτονέρι,
με δε περίσσια λεβεντιά στον πόλεμο τραβάει,
πως εγεννήθη ήρωας και ένα δρόμο ξέρει:
της Αρετής που εκλεκτούς μονάχα ευλογάει.

Οι κάτοικοι ανοίγουνε τα κλειδωμένα σπίτια,
ελπίδα φέρνει στις ψυχές, χαμόγελο στα χείλη
αυτών που μαυροφόρεσαν με βυσσινιά σειρήτια
και κρέμασαν τους ήρωες δεξά από το καντήλι.

Αϊτός, κατέβηκε στη γη από τα γκρίζα ουράνια,
στα εδάφη του Αλέξανδρου μετέωρος εστάθη
πως είναι σύμβολο αυτών που ζουν με περηφάνεια
κι έχουν το πνεύμ' αδάμαστο, στο χέρι τους τη σπάθη. 

2016-06-22
© Georgios Venetopoulos, all rights reserved
http://georgiosvenetopoulosverse.blogspot.gr/




Saturday, September 24, 2016

Μαρκ Άνδονυ

Μαρκ Άνδονυ

Ανόητα έργα υποδομής, εδώ, εκεί, πιο πέρα,
κι ένα ταψί με πιπεριές, ντομάτες, μελιτζάνες
να περιμένουν γεμιστές, επάνω στη γκαζιέρα
αυτούς που κουδουνίζουνε τις άδειες καραβάνες.

Σαράντα χρόνους χτίζονταν, σαράντα γκρεμιζόνταν,
πως όλοι που για χάρη μας, γυρίσαν στην πατρίδα
πηρούνιαζαν συκωταριές που αποτηγανιζόνταν
κι επίνανε Μπλακ Λέιμπελ ωσάν τη νεροφίδα.

Εκάνανε αντίσταση, γι' αυτό κι όλοι χρωστούσαν
στους ήρωες πολιτικούς, προσέτι αθανάτους,
τοιούτως χρέη απλόχερα, αυτοί δημιουργούσαν
καθώς ετρώγαν πέρδικες και κόκορες κρασάτους.

Μαρκ-Άνδονυ ελέγετο και ήτανε σωτήρας
κόρη αγνή ηγάπησε στις αμμουδιές του Νείλου
ουίσκια έκατέβαζε, εξάδες μαύρης μπύρας
και παστουρμά αλλοδαπό από ψαχνά καμήλου.

Μην άφησε το όνειρο στην αμμουδιά μονάχο
και τόκλεψαν κορκόδειλοι γιά μάγισσες και ψάρια
που από τις λάσπες του βυθού αρπάζουν τον φελάχο
και τον πουλούν στην Μπαρμπαριά για δυό ευρωδολάρια;

Κι όλοι αυτοί που ήντανε της εδικής του κλάσης
(ή μήπως σκηνοθέτησε ο νους τους σκευωρία;)
κερνάγανε τον πιφιρτζή, που γράφει ο Μαλακάσης
με μια μερίδα γεμιστά στα εκλογομαγειρεία.

Πως πέτριν' είν' η αποτυχιά μαζί κι η καταφρόνια
που κέρασαν η άγνοια κι η αναξιοκρατία
αυτούς που στον Μαρκ Άνδονυ επίστευαν για χρόνια
- σχεδόν όσα μετρήσανε απ' την Τουρκοκρατία.

"Μαρκ Άνδονυ και δαγκωτό", οι γειτονιές φωνάζουν
στη νίκη του ηρωικά, ούλοι τους θα χορέψουν,
κοράκια υπερίπτανται κι από μακρυά τους κράζουν
πριχού για άλλη μια φορά οι εντόπιοι μισέψουν.

© 2015-03-23, G. Venetopoulos, All rights reserved
(Iambic 15syllabic verse)

Thursday, August 25, 2016

Ωδές εξορίας

Ωδές εξορίας

Σωτήρες εμφανίζονται ψηλά από τα μπαλκόνια
χωρίς να έχουν πρόγραμμα ανάπτυξης της χώρας,
τα ίδια επιχειρήματα αναμασάνε χρόνια,
πανέτοιμοι να δρέψουνε βολευτικάς οπώρας.

Αναρωτιούνται οι θνητοί: Γιατί τόση πρεμούρα
να γίνουν όλοι τ'ς υποργοί· μην είναι ντροπής πράμα
να βαφτιστούνε κάποτε στην τίμια μουντζούρα,
στον ίδρω του χειρώνακτα με τον κασμά στο σκάμμα;

Ταγοί εγεννηθήκανε κι από την εξορία
επρόβαλαν αντίσταση φορώντας μπέιμπι-λίνο
γευόμενοι φρουτόκρεμες στην άγρια Βαυαρία
και αλλαχού στο άγνωστο: Παρίσι και Λονδίνο.

Πίσω από μούσια αφρόντιστα και προφορά χωριάτη
- προσόντα που ανέδειξαν πολλούς εθνοσωτήρες -
αισθάνονται περήφανοι που καίτοι βουτυράτοι
ουδέποτε κατάντησαν του έθνους ολετήρες.

Ουδέποτε απέτυχαν, μονάχα κάναν λάθη
που δεν θα επαναλάβουνε! Απλά θα κάνουν άλλα·
στον εαυτό τους δίνοντας ξανά συγχωροχάρτι,
σαράντα χρόνους διαλαλούν στο γάιδαρο καβάλα.

Και έτσι ντελαλίζουνε πως ιδεολογία
είναι να ξεπληρώνουμε τα τοκοχρεολύσια,
η αποδοχή παράτυπων είν' αγαθοεργία,
με τη λαλιά τ'ς, διεθνιστικά, να άδει προβατίσια.

2016-08-25
© G. Venetopoulos All rights reserved
(Ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος)