Showing posts with label ποίηση. Show all posts
Showing posts with label ποίηση. Show all posts

Sunday, January 15, 2017

Το γρούνι

Το γρούνι

Ο Ρούντυ έτρωγ' αχνιστά τα νόστιμα κοψίδια,
ολόπαχες κατέβαζε γραβιέρες και καρβέλια
αδιάφορος για τα παιδιά με τις τουμπανιασμένες
από αβιταμίνωση κοιλιές και τα κουρέλια.

Χαχάριζε ολομέθυστος ο Ρούντυ και ρευόταν,
ενώ τριγύρω τα φτωχά παιδιά σκελετωμένα
την δυσοσμία ανέπνεαν και άρρωστη σαπίλα
όταν επέρδετο συρτά και αποβλακωμένα.

Με δύο κουμπότρυπες σχιστές, από το λίπος, μάτια
κοιτούσε χλαπακιάζοντας το κρέας στην πιατέλα
κι αφού ρευόταν δυνατά, να κάνει κι άλλο χώρο,
χοντρές μπουκιές απόκοβε από μια μορταδέλα.

Παρατηρούσαν τα παιδιά τον υποβαθμισμένο
που ομοβροντίες άφηνε κάτω απ' την γκρίζα χλαίνη,
με το ντι εν έι του λειψό, μυαλό αλλοιωμένο,
γιατί έπινε μόνο κρασί και μπύρα αφρισμένη.

Μέσ' στην πιατέλα έπεσε το άδειο του κεφάλι,
τραγούδαγε Λιλή Μαρλέν και στο ροχαλητό του,
ρευότανε μουγκρίζοντας σαν άρρωστο βουβάλι
όλοι, δε, νοιώθαν την οσμή του βρώμικού του χνώτου.

Αθόρυβα και τρέμοντας ανέβηκε η Μαρία
κυοφορούσε κι άρπαξε ένα ψωμί καρβέλι·
στην γη οπού οι Έλληνες εγράψαν ιστορία,
κι ο βλάξ ονειρευότανε τον ζύθο στο βαρέλι.

Το γρούνι ξάφνου ξύπνησε· του κλέβαν το φαΐ του!
την πεινασμένη έσπρωξε με βιά 'πό το μπαλκόνι
και μπρος στα μάτια των παιδιών, στην γη του Δημοκρίτου,
με την κοιλιά της χτύπησε στο παγωμένο χιόνι.

2017-01-15,
© G. Venetopoulos, All rights reserved

(Iambic decapentasyllabic verse) (Αληθινή ιστορία)

 http://georgiosvenetopoulosverse.blogspot.gr/

Wednesday, December 21, 2016

Αγόραζε τομάτες

Αγόραζε τομάτες!
Πλανιόταν τ' άρωμά τους στον αέρα,
ολόγυρα σκοτείνιαζε η μέρα,
ανοίξαν καταρράκτες!

Στο χάρτινο ρομάντζο
Η όμορφη μανάβισσα γελούσε
και όπως μέσ' στα μάτια τον κοιτούσε
της έπαιζε το μπάντζο.

Τα δάχτυλά της μίσχοι,
εξωτική γκαρσόνα τον εκέρνα,
της λησμονιάς εγέμιζεν η στέρνα
Μπλακ Λέιμπελ ουίσκυ.

Θεότητα του σκότους
Το όνομά της ήτανε Εκάτη,
υπέροχη ωσάν οφθαλμαπάτη
στην χρυσαφιά του Λότους.

Της θύμιζε τσοπάνη·
μακριά τα ολόμαυρα μαλλιά της - φίδια,
φορούσε δεκαπέντε δαχτυλίδια
και άνθη φραντζιπάνι.

2016-12-22 © G. Venetopoulos
(Iambic 7/11 syllable verse)
(Έμμετρος υπερρεαλισμός)

Friday, December 9, 2016

The Lords

The horses gallop in the mists,
transporting messages of war,
the trumpets echo o'er the hills,
and innocent to Gods implore.

Behind the wall's notches the Lords,
stare at the fires in the dark,
the stallions, impatient, snort
meanwhile non-combatants depart.

From mountain-tall descends the brave,
adjudging wrought his double axe,
he sends the enemies to grave,
barbarians to mortal stacks.

Along with him invades the force
of soldiers killed and bridal maids,
they sway the swords without remorse
to massacre the drove by blade.

Behind the wall's notches the Lords,
hark to the galloping of hoofs,
in armor wrought invade the hordes
inside the smoke of burning roofs.

© 2016-12-09 G. Venetopoulos, All rights reserved
(Iambic tetrameter)

Tuesday, October 25, 2016

Αινείας

Αινείας

Ο Αινείας ορμά με τους Τρώες στη μάχη
πανοπλία φορά που αστράφτει στον ήλιο
η γραμμή των Ελλήνων λυγίζει σα στάχυ
στης Τρωάδος τ' απόρθητ' ως τότε βασίλειο.


Βασιλεύς των Δαρδάνων ο γιός του Αγχίση,
μονομάχος τρανός, συναντά τον Διομήδη·
- δεν υπάρχει ελπίδα για όποιον τολμήσει
της Ατρόπου να γίνει στερνό πια κεντίδι.

Ανεμίζει στο διάβα του μαύρο λοφίο,
ο Αργείτης τον Πάνδαρο στέλνει στον Άδη,
σ' ισκιερό μεταβαίνει αυτός λατομείο
όπου ο Χάρων λαξεύει στο αιώνιο σκοτάδι.

Ο Αινείας λαβώνεται κι η Αφροδίτη
στης Περγάμου τά άβατα τον παραδίδει
της ζωής ξετυλίγονται πάλι οι μίτοι
και οι Μοίρες καινούργιο υφαίνουν πλουμίδι.

Ο Διομήδης, ανίκητος, τ' άλογα στέλνει
στων συντρόφων Αργείων τα μαύρα καράβια
τον θεό του πολέμου στη μάχη προσμένει
δίχως μέσα του ίχνος από ανευλάβεια.

© 2016-10-26, G. Venetopoulos, All Rights Reserved
(Αναπαιστικός τετράμετρος σύν μία συλλαβή)
http://georgiosvenetopoulosverse.blogspot.gr/

Sunday, September 4, 2016

Πέτρινες μορφές

Πέτρινες μορφές

Δυό χρώματα τυλίγονται στον ήχο της βροχής,
οι νύμφες του Φθινόπωρου, αριά, χαμογελούν,
της αδειοσύνης συνοδοί και της διαδοχής
των εποχών που αλλάζουνε για να λησμονηθούν.

Καράβι που σαλπάρησε στο διάβα του καιρού
εσώκλεισε στο φέγγος του τα χρώματα που σβουν
στην ομιχλώδη διάσταση κονσέρτου βροχερού,
στο πέλαγο που απόκοσμα τελώνια μας τραβούν.

Πορεία που δεν έμελλε να χαρτογραφηθεί,
στον ασαφή ορίζοντα ακτές ανταρκτικές,
το πλήρωμα τις λόγιζε πριν ναυτολογηθεί,
κι είν' οι μορφές τους πέτρινες και αινιγματικές.

Το Νότιο Σέλας ξενυχτά με σμαραγδένιο φως
Σειρήνες γλυκολάλητες, της νύχτας, τραγουδούν,
εγίνη ο χώρος αδειανός κι ο χρόνος περατός
ενώ οι φωνές τους σ' άγνωρη στεριά μας προσκαλούν.

2016-09-05
© G. Venetopoulos All rights reserved
(Iambic heptameter - Ιαμβικός επτάμετρος)

Thursday, March 3, 2016

Το σκιάχτρο

Το σκιάχτρο

Μακρυά, στην άκρια του κάμπου εστήθη,
ψιλό χιονόνερο και μαύρο ορνίθι,
πιερότοι ρήτορες δημαγωγούσαν,
σκυλιά οσφραίνουνταν και αλυχτούσαν.

Τα νέφη έφευγαν, πραματευτάδες,
τριγύρα χόρευαν αριές νιφάδες
υποστηρίζοντας την αδειοσύνη,
του σκότους τ' άπλωμα, και την οδύνη.

Φωνές καλούσανε, βαθειά στα δάσα
με τρόμπες, κύμβαλα και κοντραμπάσα
μορφές που πέταγαν, χαμογελούσαν
και μόνο ανάλαφρα, στη γη πατούσαν.

Ομίχλες ήτανε ετούτοι, τάχα,
του δάσου πνέματα ή σκιές μονάχα;
Στο σκιάχτρο κάθησε μονό κοράκι
τα δέντρα στέκουνταν - χωροφυλάκοι.

Ω! Πόσο άξιο το σκιάχτρο εφάνη
στα δάσα απέναντι και το μεϊντάνι
σανίδια αφρόντιστα και σκεβρωμένα
μανίκια που έχασκαν κουρελιασμένα.

2016-03-03 © G. Venetopoulos, All rights reserved
(Ιαμβικός ενδεκασύλλαβος)

Tuesday, February 9, 2016

Δον Κιχώτης

Δον Κιχώτης

Ο ορειβάτης έφτασε στην άκρια του βράχου
σαν ξέσπασε νεροποντή από τα γκρίζα ουράνια·
μην ήταν μετουσίωση φαντάσματος μονάχου
ή σκιά που διαγραφότανε, ψηλά στα Αροάνια;

Τον φώτιζε η αστραπή με ασημιά ανταύγεια
καθώς τριγύρα χόρευαν, γελώντας, πιερότοι
κατράμι, πίσσας μυρωδιά από παλιά καρνάγια,
η νύχτα τ' άστρα έσβηνε, από τον Δον Κιχώτη.

Οι μυγδαλιές ανθίζανε, χειμώνα, στ' αγριοκαίρι,
ο άνεμος μετέφερε στο πρόσωπό του άνθη·
η Δουλτσινέα τάστελνε σ' αγαπημένο ταίρι,
προσέτι αυτόνε βρήκανε στην γρανιτένια άκρη!

Παρέλαυναν οι πινελιές, τα κίτρα του χειμώνα,
κι οι μπλε στολές της εικοστής-ογδόης Οκτωβρίου,
παιδιά μεταναστεύανε στη γη του Ροβινσώνα
εικόνες από το good bye, του αεροδρομίου.

Στοιχειό στα βράχια η βροχή, ψιθυριστά μιλούσε,
μην ήτανε γυναίκα του σε περασμένα χρόνια;
Ο Δον Κιχώτης χόρευε ξέφρενα και γελούσε
ζωγραφισμένος στ' άπειρο με ιδεατά κραγιόνια.

2016-02-09, © G. Venetopoulos, All rights reserved
(Iambic decapentasyllabic verse)
(Έμμετρος υπερρεαλισμός)

__________________
Σκιάς όναρ άνθρωπος.
Πίνδαρος, 522-438 π.Χ., Αρχαίος λυρικός ποιητής
μτφρ: ο άνθρωπος είναι τ’ όνειρο μιας σκιάς.

Thursday, January 28, 2016

Ουρλιάζει ο λύκος

Ουρλιάζει ο λύκος

Μονάχος λύκος, απλωμένη καταχνιά, 6

Σκιά του δάσους, τον κοιτάζεις σιωπηλή, 6
μορφές απλώνεις, πλησιάζεις τη βραδυά 6
στου λύκου την απέραντη κραυγή. 5

Ομίχλη - θρόισμα – φωνή σ’ απανεμιά, 6
εβένινη φρεγάτα μ' ανοιχτά ιστία 6.5
Τα άσπρα πέπλα της, τυλίγουν την καρδιά, 6

της άβυσσου αρχαία ελεγεία. 5.5

Μονάχοι λύκοι, στην ομίχλη οι φτωχοί, 6
του ουρανού παιδιά, στα άστρα τραγουδούν,  6
της νύχτας γίνετ' η κραυγή τους προσευχή  6
καθώς τα δέντρα τους ξεπροβοδούν. 5

Ουρλιάζει ο λύκος, στου ορίζοντα την άκρη  6.5
του δάσους πνεύμα στο σκοτάδι κατοικεί,  6

χειμώνας τύλιξε τον χρόνο του με δάκρυ,  6.5
σαν κάλεσε με ύλη και ψυχή.  5


Ουρλιάζει ο λύκος και στρατεύεται η βραδυά  6
φωνή προς τους θεούς, στων άστρων τον βωμό,  6
μορφή στο πέρασμα, του λόγγου σκοτεινιά  6
απλώνει την ομίχλη γι' αγιασμό. 5


Ουρλιάζει ο λύκος στρέφοντας στ' αστέρια  5.5
τα μάτια του, μιλώντας στο φεγγάρι,  5.5
γυμνά κλαριά υψώνονται σα χέρια,  5.5
η ομίχλη αφήνει στη φωνή του αχνάρι.  5.5


Ουρλιάζει ο λύκος στο σκοτάδι του Φλεβάρη.  6.5
τ' αστέρια κρέμονται, καντήλια ασημιά,  6
μετάξινο το πέπλο της νυχτός θα πάρει  6.5
με την κραυγή όσα χωρούν στην ερημιά.  6


2016-01-28, © Georgios Venetopoulos, All rights reserved
(Iambic verse)
 

Πρώτη έκδοση: Απρίλιος, 2002

Saturday, January 2, 2016

jaw-dropping moves

jaw-dropping moves

The rooster jumped o'er the fence,
cause craved on clubbing, so, to bask
and gallivant forever, thence,
throughout the day and after dusk.

He attended classy cabarets
where birds enjoyed to fox-trot
his moves jaw-dropping as all pets
were clapping hands around the spot.

Alike a Pro he trotted on
the marble floor, outwearing all,
his Leghorn structure lithe and brawn
his manly gazing to enthrall!

Thus, dancing, he became a thrill
upon the
jazzy floors and decks,
inspiring hens to use their quill
on poetry where art reflects!

© 2016-01-02, G. Venetopoulos, All Rights Reserved

(Iambic tetrameter)

Friday, December 25, 2015

Τζιμ Μπουρδάν (Σαράντα ανεμόπλοια)

Τζιμ Μπουρδάν (Σαράντα ανεμόπλοια)

Ο κόμης Τζιμ Μπουρδάν, μεγάλος οικονομολόγος 15
και παις άρίφνητου σογιού πολιτικών, 12
ησθάνθη πως θα έπρεπε τον αριθμό ν' αυξήση 15
των διορισμένων, στο δημόσιο, αυλικών. 12

Δεν ήτο, ούτως, δυνατόν, η επιστημονικότης,
στα πρωινάδικα και σ' άλλες εκπομπές,
να μην λαλεί αράδα, δια στόματος του κόμη,
καθώς εδήλωνε "δις ιζ μάι κουραμπιές".

"Θα φτιάξω σοκολάτες από κόλλυβα", απεφάνθη
"λαικόστ μπλουζάκια και μπουφάν από χαλβά
καθάπερ, ψηφοφόροι μου, ραντίστε με με άνθη
πριχού χορέψουμε μαζί καρσιλαμά".

Αγάλι-αγάλι ήρθε η γιορτή των Χριστουγέννων
ο ήλιος έλαμπε στη γη των διορισμών,
αυτών που επονείδιστα ελάβωσαν την χώρα
των φιλοσόφων κι όλων των επιστημών.

Ο Τζίμ Μπουρδάν, ακάθεκτος, ψηλά από το μπαλκόνι,
εχαιρετούσε τους περαστικούς ασβούς,
τους ιπποπόταμους που χασμουριόντουσαν στο δείλι
υπολοιπόμενους, βλαμμένους και ζαβούς.

Σαράντα ανεμόπλοια πετούσανε κεφτέδες,

κολοκυθάκια, μπριγιαντίνη, σαραγλί,
στους τοίχους μαύρα σχήματα γραφόντουσαν με σπρέι
ωσάν τ' αλόγατα του Σαλβατόρ Νταλί.

2015-12-25, © G. Venetopoulos, All rights reserved

(Ίαμβος 15/12 συλλαβών)

Thursday, December 10, 2015

Τον φώναζε Τζορντάνο

Τον φώναζε Τζορντάνο
 
Στήν άσφαλτο ξεμάκραιναν, στη μηχανή επάνω,
ερωτευμένοι με το φως, τα γκάζια, τα λουλούδια·
η κόρη δεν θυμότανε... Τον φώναζε Τζορντάνο
και τραγουδούσαν στα βουνά, παρέα με τ' αρκούδια.

Γελώντας, έτρωγε αργά ένα κομμάτι πίτσα
με πεπερόνι, έξτρα τσήζ και φρέσκα μανιτάρια...
Ανέμελα τραβούσανε προς την Ηγουμενίτσα,
στο σάκο είχαν λίγα σνακς και μερικά δολάρια.

Ο Τζόρτζι σούζες έκανε κι αυτή τονε κρατούσε
με τό 'να χέρι απ' το Νταϊνέζ ή τη μακρυά του χαίτη,
λουλούδια φωτογράφιζε κι ύστερα τ' αναρτούσε,
οι μέλισσες ζουζούνιζαν Γκαετάνο Ντονιτσέτι.

Η ομορφάδα των αγρών τους είχε συνεπάρει
καθώς μυριάδες χρώματα κεντούσανε την πλάση,
της πίτσας όποιος δάγκωνε το τραγανό ζυμάρι
δεν ξέχναγε της Άνοιξης ετούτο το γιορτάσι.

Στην διαδρομή η μηχανή βρυχιόταν στον αέρα·
μηκέτι είχαν κατά νου στη θάλασσα να φτάσουν,
φορούσανε τα καθρεφτέ, κοκκινωπά Καρέρα
και τ' άλογα ξεχύνονταν στο δρόμο να καλπάσουν.

Η κόρη, όμως, δεν ήξερε πώς να ισορροπήσει
και σύρθηκε στην άσφαλτο μα δίχως να χτυπήσει
·
η Ευσεβούλα έπεσε από την Καβασάκι
κι ο Τζόρτζι της προσέφερε γαλακτομπουρεκάκι.

© 2015-12-10, G. Venetopoulos, All rights reserved
(Iambic decapentasyllabic verse)

(humorous fiction)

Sunday, December 6, 2015

Iron Brims

Iron Brims

I knew the dancing drops on glass, at night
and how dispersing is their icy sting;
the Northern ranges' snowstorms cling
amid December grays and our hindsight.

The beacon beamed inside its ebon frame;
the maiden's song returned to years before
our ancestors have drowned linking o'er
unending scopes; pristine her ancient name.

I saw the orchard, in the distance, ebonize,
along the windy wharf and foamy coast,
my soul's betrothment and imperfect host
where spinning, versing in the wind advice.

The maiden's pass is grooming my recall
and, ceremonially, attends the fair,
the falling mizzle dances on glassware
impermanent the passage of her Sol.

The marginal instructions - academes,
that blurry beckon, blinking smiles
we, freighter sailors, have become exiles
to celebrate upon the iron brims.

Descending light and westward flare
dethaws her image yon horizon's lines
- erstwhile my life submerged in brines
and her evanescent celestial stare.

© 05-25-2013, G. Venetopoulos, All Rights Reserved
(Iambic pentameter)

Wednesday, November 25, 2015

Χρυσή καδένα (στη Λεμεσό)

Χρυσή καδένα (στη Λεμεσό)
 
Αρχές Δεκέμβρη ήταν κι αγρυπνούσε
στην καταχνιά φιγούρα μοναχή,
τριγύρω της μια σιγαλή βροχή
θροίζοντας, με τα στοιχειά μιλούσε.

Πώς χόρευαν θολές οι αποστάσεις!
Μην ήταν πια η αυγή απατηλή;
Στα μάτια της το διάφανο φιλί,
σκιών διάταξη κι αντανακλάσεις.

Απ' το λαιμό κρεμόταν η καδένα·
επιλογή και έμβλημα χρυσό,
στρατιώτη έπίγραμμα στη Λεμεσό,
βαπόρια, φορτηγά και μαύρα τραίνα.

Επέστρεφαν τα κύματα του μπάτη
το νόστο για τ΄αστέρια τ' ουρανού
στο θόλο το βαθύ του οψιδιανού
με βρόχινο στα μάτια της τ' αλάτι.

Τραγούδι έγιν' η φωνή κι επλάσθη
με τις σταγόνες, νεύμα του βοριά
προσκάλεσμα· θυμάρι και μυρτιά,
στο λυκαυγές, η κόρη τον ησπάσθη.


© 2015-11-26, G. Venetopoulos, All rights reserved
(Ιαμβικός στίχος 11/10 συλλαβών)

Monday, October 19, 2015

Archangel

Archangel

I sensed the dance of clouds and windy drawls,
the moving marionettes of moonlight,
ideally it cleared the shades of souls
to intersect our solitude, forthright.

The dusk descended when 'Archangel' crossed
the sight of island men, a gliding wraith
and huge the blackened ship's displacement boss'd
the mariners' astounded stares and faith.

Monotonous the bagpipes led to trance, 

autonomous the ship's insistent horn
invited us to some besotting dance
the ship regaled; unearthly song and mourn.

We danced inside the rain while ghostly pipes
entwined with the sea's baptismal notes,
- betrothal waved the blue and white flag stripes,
- like coffins moved around the wooden boats.

Embarked, we, upon the ship, erelong,
to sail infinity in ocean brines,
although the Sirens with their cradle-song,
the Hades' treated us, communion wines.

© 05-14-2013, G. Venetopoulos, All Rights Reserved
(Iambic pentameter)

College verse

College verse

Forthcoming boats, the streamers ply
along the edges of the pier
and by the skylines' blue frontier,
where waters follow mists and tide.

The day is absent - (maybe not)
pristine, on thought, adorned the drifts,
away from corals and sea reefs,
- where pridefulness became a knot.

The vineyards, now, surround the rails,
arcane the train, in distance fades,
the northern gusts and dusky shades,
became his friends, along the trails.

Upon the railways, trips are long,
remote banquets his paths ascribe,
where passengers of time transcribe
how honoring expends the wrong.

Denoted moments, College verse,
their distant lives, to then direct,
her laughter, threshold to project
the springtime fields of blooming thyrse.

Attracts him back where times portray
her solving of the maths on board,
unique of thoughts, his smiles award
what her acoustic chords convey.

© G. Venetopoulos,07-20-2013 All rights reserved
(Iambic tetrameter)

College verse 

Tuesday, October 13, 2015

Notre Dame Marion

Notre Dame Marion

She thought of all details the Mistral sweeps
the tears she shed that night atop the deck;
how beautiful it was to bear her dreams
but why the heavens have induced the wreck?

For ten odd months the messages received,
the scent of ports brought in, so to inform
but near Alaska, Bering Strait, bereaved
the ship had spent her masts, in waves and storm.

The Mistral spoke that night, 'the ship was split',
and then he was with her, in waxen light;
he smiled - she guessed he knew naught of it;
how was his smile angelical and bright!

He kiss'd her face (or so she thought), and hair
and then he sail'd away, in her belief,
atop the tides on his departing fare,
on moors she laughed to conjure the grief.

On Aleutians snows today and slow,
'Notre Dame Marion' advances on the tide;
atop the deck are standing in faint glow,
two ghosts that conn the ship on ether's glide.

© G. Venetopoulos 2012-01-09, All Rights Reserved
(Iambic pentameter)

Sunday, September 20, 2015

Μαέστρος

Μαέστρος

Αερικό του ορεινού κι ατέλειωτου χορού,
ασφάλτινος ο δρόμος ζωντανεύει·
εκεί που κατευθύνεται το διάβα του καιρού,
στου άπειρου τ' απέραντα ερέβη.

Κουβέρτα εβένινη νυχτός και πέταγμα του νού,
των φύλλων αγκαλιά τον σαβανώνει
που γίνονται αλλόκοτη υπόσχεση κενού,
ο βρυχηθμός της μηχανής, παγώνει.

Ιδανική χορεύτρια σε χρόνια αντικρινά
ωδή συγγράφει στης ζωής την άκρη
της πρωτινής αντάμωσης φορά τα γιορτινά,
και άνθηρα στου άνεμου το δάκρυ.

Και ο χορός τους λέγεται το τάνγκο του καιρού
επιταχύνουνε κι η νύχτα φεύγει
ασπάζονται τις αστραπές, στην άκρη τ' ουρανού
κι η θαλπωρή της μοναξιάς τούς στέργει.

Οριακά, στα κόκκινα, ηχεί η μουσική
τετράχρονης στον παγωμένο δρόμο
βουνίσιο οδόστρωμα, των άστρων εθνική,
πια της ζωής του καταπάτησε το νόμο.

Ω! Πόσο τέλεια χορεύει κι είναι χθες,
μαέστρος, στροβιλίζεται στο χιόνι·
κι ακολουθεί του ουρανού, ιδανικές τροχιές
καθώς το πεπρωμένο του ανυψώνει.

Copyright 2015-01-16, G. Venetopoulos, All rights reserved
(Iambic 14/11 syllables verse)

Thursday, September 17, 2015

Το ρόδο

Το ρόδο

Το ρόδο στον καθρέφτη μου, αγκαθερή πορφύρα,
το χρώμα στάζει ρυθμικά, τους όρκους που δοθήκαν,
μοναχική σε διάσταση, πελάγου σημαντήρα,
με τις σταγόνες της βροχής, για πάντ' αγαπηθήκαν.

Περαστικοί οι άνεμοι από μακρυά φυσάνε,
πετούν με τα φαντάσματα σε δάση και λειμώνες,
στεφανωτά με χαιρετούν κι αθώρητα τραβάνε
για του Απρίλη τ' άβατα, ακάνθων αλγηδόνες.

Και αναγγέλλουν άταχτα αυτά που νύχτες φκιάσαν
με άμετρη την προσλαλιά από το περασμένα
για στίχους μόν' ανείπωτους, μάτια που δεν γελάσαν,
και του βοριά αναθήματα, πούν' της ψυχής ταγμένα.

Το πορφυρό του μήνυμα, σε νοητές διαστάσεις,
του σμήνους παίρνει τη μορφή, πτηνών που ταξιδεύουν,
γιατί όσων πέταξαν και πάν στα πέρατα της πλάσης,
τα σχέδια των δεκαοχτώ, για πάντα αληθεύουν.

Μοναχικό το φέγγος του, στο βάθος του καθρέφτη,
αργά περνά από τ' άνθηρα της νύχτας κι αλαργαίνει
σταγόνες ρέουν της βροχής, του σκοταδιού της ξέφτι,
στον αργαλειό τό μούχρωμα, η τρίτη μοίρα υφαίνει.

© 2015-04-10, G. Venetopoulos, All Rights Reserved
(Iambic decapentasyllabic verse)

Το Ρόδο 

Six empty shells

Six empty shells

The sun was blinding as she stared aside,
he walked the distance to adjoin his fate,
a swirling, laughing wind began to slide
and jokingly their lives to desecrate.

Despite the heat, he wore the tailored suit
of color black; beneath the Stetson's shade
his stare was sweeping the contacting butte,
with dusty ghosts to mime an odd charade.

Replacing the six empty shells he turned
to see her worried glance beyond the blooms,
that innocent, embellished unconcerned
the recklessness of braves aside their tombs.

The Smith and Wesson forty-fours, then, bucked,
she knew the blooming noon was ending fast
and nothingness neglected to obstruct
what fates adjudicated to recast.

She saw the copper shells to fall in dust;
monochromatic synthesis and hues
of sunset were blurring in the gust
that whirling sang their lonesomeness and blues.

Beyond the turnpike, where the roads converge
a flock of crows was messaging the tale,
the spinning wind was bringing up their dirge,
on the deserted Arizona trail.

© 2014-08-24, G. Venetopoulos, All Rights Reserved
(Iambic pentameter)

Six Empty Shells 

Monday, September 7, 2015

Lady A. On The Meadowland

Lady A. On The Meadowland

The lady walks upon the meadowland
composing a romantic pentameter twixt
the sovereign trees, meantime the zephyr sound
and her Iambic knitting intermix. 


So amorous, she paces on the ground,
where gracefully the butterflies romance,
divine her inspiration, in command,
requires in verse the nature's élégance.

Her carefree doggy jumps around the trees
and blithely at the insects laughs and woofs,
the bees encounter blooms inside the breeze
and harvest nectar nighly and aloof.

Whate'er the maiden's inspiration forms
disperses round the flowers and the trees,
the dreamy pentameter, hence, transforms
to abstract lines the buzzing bees appease.

"Woof hither not, ungrateful doggy mine,
my lines' last syllables repose unstressed;
while thou art dancing round the blooms and pines,
I'll miss the deadline of the Greek's contést.

Apollo, bless my metered création
and countenance me as thy designee
while I pronounce my heart's déposition
to be perpetually thy devotee."


© 2015-02-01, G. Venetopoulos, All rights reserved
(Iambic pentameter)