Showing posts with label Γεώργιος Βενετόπουλος. Show all posts
Showing posts with label Γεώργιος Βενετόπουλος. Show all posts

Tuesday, November 21, 2017

Πιο σουρεάλ δεν γίνεται

Πιο σουρεάλ δεν γίνεται

Οι ηθοποιοί χοροπηδούν, διαχρονικά βλαμμένοι
κι αυτός, που, πίσω απ' τον μπερντέ, μιμείται τον καμπούρη
σε ρόλους που απαξιούν φτωχοί κι αδικημένοι,
διορίζει τόνε βολικό κι αγράμματο γκιαούρη.

Ο πρεσβευτής παράτυπης πορείας μες στο χρόνο
ξενόφερτος κι υπόδουλος μιας χρόνιας επαιτείας,
θέλει ν' ανέλθει και αυτός στου φεγγαριού τον θρόνο,
σε ρότα ελεγχόμενη, ντροπής και παρωδίας.

Πιο σουρεάλ δεν γίνεται, το σκριπτ απορριπτέο,
σαράντα χρόνια έμαθε τη γη να εξουσιάζει,
του Καραγκιόζη η συντροφιά χειραγωγεί το ευκταίο,
φροντίζοντας την πάρτη της, αν κι όποτε βραδιάζει.

Βραδιάζει στα μυαλά αυτών που δέχονται κλωτσίδια
στο νου υποδεέστεροι και πάντα βολεμένοι·
τους περ'γελούν οι θεατές σε θλιβερά στασίδια,
στην Γραικυλία των φτωχών, την μισοερειπωμένη.

Καρικατούρες με σινιέ, πανάκριβα κοστούμια
χαμογελάνε δουλικά σ' αλλοδαπούς σκιτζήδες·
"φροντίζοντας" την πρόοδο, σκάβουνε τα λαγούμια
κι η γη απογυμνώνεται σα νάπεσαν ακρίδες.

© 2017/11/21 G. Venetopoulos, all rights reserved
Iambic decapentasyllabic verse

Thursday, November 9, 2017

from slopes to brines

from slopes to brines

She waited on the skyline - bloom and thorn
assortment of their oaths and thoughts, at night
annealed recited entity - vows sworn
- the brave ascended to the Halls of light.

The bullet traveled in the frozen air
companions loved - his stare embraced the ferns
- the laurel and green sage ascribed his fare
his spirit chose the route of flying ernes.

A lantern's flame her thoughts - on peaks beseech,
ornate the winds surpass the granite plate
denounce the corteges and oaths to breach,
her highness steps, adorned demise, third fate.

And in the mists when winds bemoan in pines
their solemn words shall fly from slopes to brines.

© 2014 Georgios Venetopoulos
(English sonnet)

Saturday, September 30, 2017

Του κρύου η λαίδη

Του κρύου η λαίδη

Οι σκιές του δειλινού ευθυγραμμίζονταν μ' ακρίβεια,
αιθέρινοι οι ορίζοντες οδήγησαν το πλοίο,
φαντάσματα οι ναύτες – ξεφτισμένα τα σωσίβια,
υδάτινα τα τείχη στης Στυγός το αντηχείο.

Μας έκοβε ο βοριάς· χιονιάς της θάλασσας, μαχαίρι,
βοές τα πελαγίσια του μηνύματα, αλυχτούσε,
με μουσική παράξενη μεγάλου λαουτιέρη,
νυμφεύονταν με τα στοιχειά κι απόκοσμα βοούσε.

Του καραβιού ανέβαιν' ο καπνός μεσ' στο σκοτάδι
να φτάσει στα απόμακρα και θολωτά ουράνια,
θυσία ήταν στους θεούς που ζούσανε στον Άδη,
σε βένθη μεγαλόπρεπα, βασίλεια ωκεάνια.

Τα πνέματ' αφανίστηκαν, τα σκόρπισε τη νύχτα,
ενώ η κόρνα μοναχή στην πρύμνη του ηχούσε,
καθώς φυσούσε ο άνεμος, καλνούσε και αλύχτα
το πλοίο με περίμενε· για μένα ξαγρυπνούσε.

To παγωμένο κάλεσμα με τράβηξε στα χιόνια,
το πεπρωμένο μου, θαρρώ, διαβάζοντας εντός μου,
του κρύου η λαίδη άγγιξε τα εiκοσιδυό μου χρόνια
και φίλησε τα μάτια μου στα πέρατα του κόσμου.

2017/09/28
© G. Venetopoulos, All rights reserved

Saturday, September 16, 2017

Τουνταίη, Θπύρο



Τουνταίη, Θπύρο

Τουνταίη, Θπύρο, ήσουν πάλι φοβερός!
το ακριβό σου μαύρισμα, απόδειξη της χλίδας·
τα κορκοδείλια κλαίνε γοερώς
κι απ' την βολή σ' ακούγεται το βέλασμα της γίδας.

Δε ση-σορς, Θπύρο, γέμισαν μαζούτ·
(-Μαυρίλα τοξική, μαντάμ, μην κάνετε γαργάρες)
θαρρείς τ' ατύχημα συνέβη εξεπιτούτ'
από των επενγδύσεων, τις τόσες κουφαμάρες.

Δεν είδα, Θπύρο, να κρατάς σκαπανικά,
με τσάπες, φτυάρια, να βοηθάς στην παραλία,
μα βγήκες στο γυαλί, αναμορφωτικά
για την πατρίδα νοιώθοντας βαθιά μελαγχολία.

Θα είχαμε σωθεί ακούγοντας τιβί,
(αναμασώντας κριτικές σάν μαγνητοφωνάκια),
αν αντιδρούσαμε χωρίς χρονοτριβή
κι όλοι ρουφούσαμε μαζούτ κρατώντας καλαμάκια.

© 09-16-2017, G. Venetopoulos, All rights reserved
(Ιαμβικός εξάμετρος/ Ιαμβικός 15σύλλαβος)


Sunday, July 9, 2017

πλαστικά χτένια

πλαστικά χτένια
(για το διαγωνισμό "Τα μάτια")

Τα μάτια έγιναν του σκοταδιού στολίδια
καθώς η νύχτα έφευγε, τις μνήμες να καλύψει,
γιρλάντες του Μαγιού με άνθια και πλουμίδια
και ξέφτια από την ίδια, χθεσινή τους θλίψη.

Δυαδικές γραμμές, τροχιές και μονοπάτια
μακρύ ταξίδι του παλιού σιδηροδρόμου
κανείς δεν λογαριάζει πια να βρει παλάτια
αφού ξεφύγαν απ' τα όρια του κόσμου.

Το βλέμμα της τον καρτεράει να γυρίσει
μηκέτι που ξεχάστηκε η νύχτα στο λιμάνι
θαρρείς η Άβυσσος, απόψε, έχει ανθίσει
για όποιονα στη εξορία έχει πεθάνει.

Στο αιθέριο γαλάζιο περιμένει οικογένεια
στα δυτικά προάστεια κλειστά πατζούρια
μια κόρη με τα πλαστικά της χτένια
και κάποιοι φίλοι που κοιμούνται στα μνημούρια.

2017/07/08
© G. Venetopoulos All rights reserved
(13 syllables Iambic verse)

Πετσενέγκος


Πετσενέγκος

Νησί θάταν στη θάλασσα ή τάχατες καράβι
που ελιμενίσθη στ' αβαθή, στου φεγγαριού το φέγγος,
με πλοιοκτήτη βοηθό φούρναρη ή μανάβη,
να ήταν άραγε Κουμάν ή μήπως Πετσενέγκος;

Ενεφανίσθη στην ξηρά, αιθέριο στην πλατεία
η πρύμνη έσταζε σκουριές – ολόιδια κι η πλώρη
μα κουβαλούσε απόσταγμα, της γνώσης την ουσία
κι από ψηλά στη γέφυρα ελάλαγε κοκόρι.

Πώς πέταξε μονάχο του, μην ήταν αεροπλάνο;
θαυμάζαμέ το άναυδοι, για αποσβολωμένοι,
να το εφιλοτέχνησε ο Ελ Γκρέκο ή ο Τισσιάνο
και διέφυγε της προσοχής του Ρωμανού Διογένη;

.....
.....

Νησί θάταν στη θάλασσα ή τάχατες καράβι
που ελιμενίσθη στ' αβαθή, στου φεγγαριού το φέγγος,
με πλοιοκτήτη βοηθό φούρναρη ή μανάβη,
να ήταν άραγε Κουμάν ή μήπως Πετσενέγκος;

2017/07/09
© G. Venetopoulos All rights reserved
(Iambic 15syllabic rhyming verse)


Κουμάν, Πετσενέγκοι: Βαρβαρικές νομαδικές φυλές οι οποίες λεηλατούσαν περιοχές του Βυζαντίου μέχρι τον 11ο αιώνα μ.Χ. Ο Ρωμανός Διογένης υπήρξε ένας εξαίρετος Βυζαντινός αυτοκράτορας ο οποίος νίκησε τους Πετσενέγκους σε αποφασιστικές μάχες και απάλλαξε την Αυτοκρατορία από την παρασιτική τους παρουσία και συμπεριφορά. Οι Π., με την πάροδο του χρόνου, αφομοιώθηκαν από άλλα νομαδικά φύλα.

Monday, June 19, 2017

Dark Grace

Dark Grace

The surface of my homestead roads elaborate and split,
what was to claim upon the edges of the distant moons,
my thought; redemptive soul emerging from the depth of wit,
designs the winter's form with interlaced on walls, festoons.

The Mistral blows (my soul) , defines the slopes, the ridge to crown,
inside my dreams embeds the windy drawls and teenage years,
the minds foresee, their state to evolve and be renown,
while my December eyes become reflectors of its tears.

Along those roads, abandoned towns become a threaded toy,
of Mistral calls, a song forgotten in a bard's old tale,
unerringly be sung addressing, so, my destiny's decoy.
against the blowing winds (my soul) , stand tall to their assail.

She drifts in Mists! A cotton fog and mystery's versed text,
beside a sculptured bark, her promised vision I inhale,
Was I so handsome in her eyes, dimension tho' convex,
a splashing wave upon the wharf and she, the night's dark veil?

I heard her song surpassing, then, my amplitude and fast
upon the skyward billows of enormous rains to glide,
was pre-designed and coarse the destiny her beauty passed,
through gates that led to naught, and then inside the mist to hide.

Befallen Angel, she transformed her masquerade to wings,
the foggy veil resembling the droll's discolored face
because all beings marionettes are, without the strings,
- oh, her aphotic eyes behold in mine, and her dark grace!

Friday, June 2, 2017

Χιονόνερο Τεργέστης

Χιονόνερο Τεργέστης

Απόκοσμα μηνύματα μετρούσες, του ασυρμάτου 15
οι Μοίρες σχεδιάσανε την διάσταση αυτή 14
υφαίναν οι φωνές τους το τραγούδι του θανάτου
με φόντο τους την μέλανα, του θόλου, αψιδωτή.

Πορεία μεσ' στην καταχνιά, μπρούσκο κρασί χυμένο,
λάβαρα του λυκόφωτος στο θρόνο της νυχτός,
χορεύει η επιφάνεια - νερό προορισμένο
να υποδεχθεί το πλήρωμα στα βάθη του, εντός.

Οι παρηχήσεις του άνεμου ακούγονταν - προσκλήσεις·
χαθήκαν τα χαρίσματα των έκπτωτων ψυχών,
δεκαεννιά φαντάσματα ζωής ακυρωθείσης
σε διαδρομές αχαρτογράφητων περιοχών.

Σημαίες ανεμίζανε πιο κάτω από τ' αστέρια,
κουρελιασμένα σύμβολα, προπέρσινης γιορτής,
καλό τιμόνι κράταγες στα δουλεμένα χέρια
με την ομίχλη αθόρυβη ακτής εωθινής.

Μα κάθε μέρα έβρεχε (χιονόνερο Τεργέστης),
χωρίς ποτέ το φορτηγό να ελιμενισθεί,
στην αδειοσύνη πλοηγός, στην ρότα σου αντέστης
προτού από θαλάσσια νερά κατακλυσθεί.

Της ελεγείας δέσποινες από τον Ελικώνα
εστόλιζαν στον αργαλειό αρχαίο υφαντό
με άνθηρα πολύχρωμα σε ηλιόλουστο νυμφώνα
και ένα τριαντάφυλλο μπορντώ, αγκαθερό.

2017/06/02
© G. Venetopoulos, All rights reserved
(Iambic 15/14 verse)

Tuesday, April 25, 2017

Ο Γολγοθάς του Ερούλη

Ο Γολγοθάς του Ερούλη

Οι σύνθετοι συλλογισμοί (ο Γολγοθάς του Ερούλη)
τον προβλημάτιζαν πολύ... Της τέχνης βιρτουόζοι
θ' ανέλυαν διεξοδικά τον Κοντορεβυθούλη
με όσες καθηγήτριες διδάσκουν Καραγκιόζη.

Η Σταχτοπούτα, ξέρετε, φορούσε δυο γοβάκια
μα τάχασε (η άμυαλη) στην φοντανά ντι Τρέβι,
ο Μίκυ Μάους σπούδασε πώς σπέρνουν φασολάκια,
ο Ντόναλντ έγινε ψαράς, παρέα με την Νταίζη·

o Γκούφη ασχολήθηκε με την ζωοτεχνία,
η Κλάρα Μπελ τον διάλεξε να κάνουν επενδύσεις
απέκτησαν μπακάλικα στην Νέα Κολωνία
και πούλμαν που ταξίδευαν ως τον σταθμό Λαρίσης.

_ Πώς αβγαταίνουν, Μήτσο μο, τα πούλμαν, τα βαπόρια
κι πώς τα δόλια τα πιδιά μ'ς, ιφύγανε στα ξένα;
στην Αλεμάνια δ'λεύουνε ξανά στ' αναβατόρια
όπως κι τότ' που η Ιθνάρχ'ς γκριμνούσε την Ατένα.

_ Στον Γολγοθά, Κουστάντου μο, οι κιραυνοί βροντάνε,
κάπου στου Κιλιμάντζαρου, στην Αφρική 'σα πέρα,
μι ράνγκλερ τόνε προσπερνούν, μι τα καγιέν κολλάνε
κι όσοι σηκώνουνε σταυρό, ακούνε τη φοβέρα...

... Να μην τολμήσεις να πιθάν'ς, φτωχέ συνταξιούχε
γιατί έχ'ς αγγόνια κι πιδιά, που άνεργα πεινάνε,
των Αβραάμ και Ισαάκ, τ'ς άλλης ζωής τιτλούχε,
τα αγαθά θα σου δωθούν, πως θάσ' Εσταυρωμένος.

2017-04-25,
© G. Venetopoulos, All rights reserved
(Iambic decapentasyllabic verse)

Friday, March 24, 2017

Χωρίς εγγύηση

Χωρίς εγγύηση

Χωρίς εγγύηση, ευρώ κολλαριστά 12
δανείστηκαν απ' το ψωμί των πεινασμένων, 13
οχτάρια κάνουν με γαϊδούρια κουρδιστά
και χαλινάρια τα σκοινιά των κρεμασμένων.

Ο Καραγκιόζης στη σκηνή χαζογελά
με δύο ύβους να ζητάνε εποπτεία·
- τα άλτερ έγκο του - κι οι τρεις ανδρείκελα
που κολυμπάνε στη χλιδάτη αχαριστία.

Ψηλά, στα σύρματα, κοράκια τραγουδούν
με χάντρες-μάτια που ζυγίζουν και μετράνε·
εκεί θα σβήσουνε χωρίς  ν' αναληφθούν,
αμαρτωλοί γεννήθηκαν όσοι πεινάνε.

2017-03-24,
© G. Venetopoulos, All Rights Reserved
(12/13 syllables Iambic verse)

Wednesday, March 22, 2017

Γιώτα-χι βαπόρι

Γιώτα-χι βαπόρι

Στου λιμανιού τα μαγαζιά και τα μηχανουργεία
αλαφροπάτητη κυρά περνά σαν οπτασία
τεχνίτες τήνε χαιρετούν, εργάτες την θαυμάζουν
και οι καραβομαραγκοί κρυφοαναστενάζουν.

Γιατί θεά του Όλυμπου η δέσποινα εχρίσθη,
στου λιμανιού τα γαλανά νερά ενεφανίσθη
ωσάν νεράιδα του γυαλού με έξτρα λαρτζ καμπύλες
γι' αυτήν στα μπαρ οι ναυτικοί μεθάνε με τεκίλες.

Μ' αυτήν την θεία ευμορφιά, οι νιοί, μεταλλαγμένοι,
ουράνια βάλς χορεύουνε, ιδεατά, στη Βιέννη
και στα σοκάκια τραγουδούν παλιά του Μαργαρίτη,
τον έρωτά τους στέλνοντας στην νέα Αφροδίτη.

Καμπυλωτή κι αιθέρια εξηφανίσθη η κόρη,
μα όλοι λεν πως έφυγε με γιώτα-χι βαπόρι.

© 2017-03-22, G. Venetopoulos, All Rights Reserved
(σονέτο σε Ιαμβικό 15σύλλαβο)

Saturday, March 18, 2017

Betokening the sign

Betokening the sign

For days we sailed beneath the Southern stars,
a route along the undiscovered lines,
we heard a voice emerging from the brines,
'the ocean carries unforgiven mars.'

Three demons whirl'd upon the iron wood
while carelessly we danced; I blamed the grog,
we heard the gulls from the surrounding fog·
abaft the stern, evanescing, becrowed.

The ferryman was tracking us on sight,
his ghostly schooner floating in the dusk,
macabre our foretelling, tasted brusque,
thus blinking were in distance his dead lights.

The vessel's dunnages then creaked; conjured
our recklessness conducted us to hell
throughout the fog, the stern bell rang its knell,
- I saw the orchard of those souls who erred.

I heard the reef rock shattering the bilge,
the vessel heeled to starboard, cut across,
then bedded on the bottom's algae moss,
its dimming lights attempting to effulge.

Our vessel rested on the seaweed bed,
we danced and laughed moreo'er our way to yon,
how come you have not heard the bell and horn
betokening the sign that we were dead?

© 02-06-2013, G. Venetopoulos, All rights reserved
(Iambic pentameter)

Monday, March 6, 2017

Η κόρνα

Η κόρνα

Πλωριός καιρός ανάστρεψε τον χρόνο 11
στα ενδότερα του πλοίου και τριγύρω στην ακτή 14
εκεί που ακούγονταν μια κόρνα μόνο
και ο ασκός ενός μαέστρου πιφιρτζή .

Κατέβαιν' ο καπνός από τα τρία
φουγάρα του, καλύπτοντας τα υδατοστεγή,
οι ναυτικοί του απ' την Αχερουσία
μας προσκαλούσαν στης Στυγός τα αφεγγή.

Αργά προχώραγαν τουλίπια μαύρα
σε συνεχή ταλάντωση, δεξιά κι αριστερά,
διστακτικά εφύσαγεν η αύρα 
ο Πολικός Αστέρας μας κοιτούσε ειρωνικά.

Του καραβιού θα ήτανε η κόρνα
ή τρείς ψυχές-φαντάσματα, χαμένων ναυτικών,
όσους πνιγήκαν ο ουρανός συχώρνα
κι αυτούς που ξεφαντώναν σε χορούς αερικών.

Η αιθάλη κάλυπτε την παραλία
τα σκόρπια φώτα της αναβοσβήναν μοναχά
η πλημμυρίδα με αλλοτροπία
τα προετοίμαζε να βυθιστούν στην καταχνιά.

Η κόρνα χαιρετούσε τον Πορθμέα
με δυό ιστούς να απειρίζονται στον ουρανό
στον ένα η φθαρμένη μας σημαία
στον άλλο οι χοροί μας που πνιγήκαν στο νερό.

2017-03-07
© G. Venetopoulos, all rights reserved
(11/14 syllables Ιambic verse - surreal poetry)

Saturday, March 4, 2017

ατσάλινο σφυρήλατο

ατσάλινο σφυρήλατο

Περήφανα στον άνεμο το βάνδο του Ακρίτα
δεν υποστέλλεται, κι αυτός δεν σκύβει το κεφάλι,
στρατιώτης, δεν εγνώρισε στον πόλεμο την ήττα
κι απ' την σκοπιά του Αγαρηνοί δεν έχουνε εισβάλει.

Χειρότερη απ' τον θάνατο είν' η σκλαβιά της γης του
η Πόλη έπεσε κι αυτός τα στίφη περιμένει,
αυτός είν' ο προορισμός του Έλληνα Αρίστου,
- στο αίμα στέκει η λευτεριά, αποκαθηλωμένη.

Γιατί ο Ακρίτας μόνος του, στον πόλεμο πηγαίνει
στον κίνδυνο δεν σκιάζεται, τον Άδη δεν φοβάται,
με ατσάλινο σφυρήλατο σπαθί ζει και πεθαίνει
με Ολύμπιους ημίθεους μονάχα προσμετράται.

2017-03-04,
© G. Venetopoulos, All rights reserved
(Iambic decapentasyllabic verse)

Friday, February 24, 2017

Πουλάω λαγάνες

Πουλάω λαγάνες

Συγκάλεσε τον κόσμο του, την άυλη λεγεώνα
για ναύρουνε τη λευτεριά, να βάλουν στο αρχείο
τα δάνεια που δόθηκαν για τον μεγάλο αγώνα
και τις ανάγκες των πτηνών στο ορνιθοτροφείο.

Ο κόσμος του μαζεύτηκε σ' ένα σινεμαδάκι,
τα βόδια μουγγανίζανε ακούγοντας φλογέρες,
στ' Ανάπλι, στο Καρλόβασι και στο Καραμπουρνάκι
φελλοί ξεπεταγόντουσαν από τις σαμπανιέρες.

"Πουλάω λαγάνεεες!" φώναζε σ' αυτούς που είχαν στήσει
στη Λιβαδειά σπληνάντερα, στη Θήβα κοκορέτσια
το κοκκινέλι πίνοντας, την Πέμπτη 'χαν τσικνήσει,
- οι κότες κακαρίζανε στα νέα Ευρωκοτέτσια.

"Και μελιτζάνεεες!" έκραζε, κατσίκες τ' απαντούσαν,
από τις στάνες του χωριού, τα πέρατα του κάμπου·
από απάνεμες πλαγιές, προβάτες αγροικούσαν
βελάζοντας καρτερικά σε ποίησες Ιάμβου.

- Πού πήγαν Κίτσο μ' τα φλουργιά, τα δισεκατομμύργια;
Μην τάχατις πιτάξανι, τα σκόρπισ' ο αγέρας,
μην δαύτοι που τα πήρανε είν' για τα πανηγύργια
κι αξίζουνι πιρίπου σαν τις τρύπες της γραβιέρας;

- Κουστάντου μο πιτάξανι τα δισεκατομμύργια
τα πήραν καλικάντζαροι, τα σκόρπισ' ο αγέρας
το βιός μας υποβάθμισαν στα Ευρωδημοπρατήργια
και μας απόμειν' ο αϊτός της Καθαρής Δευτέρας.

2017-02-24
© G. Venetopoulos All rights reserved
(Iambic decapentasyllabic verse)


Friday, February 17, 2017

The lights of dusk


The lights of dusk

The lights of dusk became his final front
the winds, alone, deep in the soul engage
while his departure's shedding reds assuage
extending contributions to beyond.

How wrongly pride and triumphs, subdue
while cymbals drum paeans on cloudy skies
the fencing emptiness his past denies
- he wished warfare killings were untrue.

The altered day his destiny embeds
with his division's ranking and three stars,
his shoulders' silver and tangential paths
- forever faithful slug, attacking weds.

The shot approximates and blossomed bleeds,
to love him in his chosen Astral Halls,
his homeland and the springtime blooms recalls,
that congregate to stem his manly deeds.

Among the woods, in dark, the spirits breathe
could be a rustle of his killed comrades,
expatriated lives, outside of Hades,
their end was meritorious, forthwith.

His soul transformed to sentry guard and link
upon the mountain, laurel to bestow,
the killed in action brave became a crow
the sunken stars behind the shadows blink.

The message passed across the interstate,
infinity became a friend and bride,
his three reflecting silvers coincide
as dew drops drop on his interment slate.

© G. Venetopoulos, 06-20-2014, All Rights Reserved
(Iambic pentameter)

Saturday, February 4, 2017

Μπουκουβάλας

Μπουκουβάλας

Περίμενε σαράντα τρεις ημέρες στο μετόχι
μα στις σαραντατέσσερις αδράχνει το τουφέκι,
τα δυό κουμπούρια ζώνεται, τ' ασημοκαπνισμένα,
και σέλα ρίχνει στο φαρί, στ' αγέρωχο κατράνι.

Με το σφυρήλατο σπαθί, ατσάλι της Δαμάσκου,
ο κλέφτης δεν συντάσσεται με τ' άλλα παληκάρια
στου Νικολάου τον ταϊφά μηδέ στου  Καρατάσου,
για το Κεράσοβο κινά να βρει τον Μπουκουβάλα.

Ο Μπουκουβάλας πολεμά, βροντά το καρυοφίλι,
στη Βασιλίτσα τον Βελή Πασά κατατροπώνει,
τον καταδιώκουν μ' άλογα μέχρι το Τεπελένι,
στον Καραΐσκο το μηνούν και στον Κολοκοτρώνη.

2017-02-04
© Georgios Venetopoulos, All rights reserved
(Iambic 15syllabic verse)

Sunday, January 15, 2017

Το γρούνι

Το γρούνι

Ο Ρούντυ έτρωγ' αχνιστά τα νόστιμα κοψίδια,
ολόπαχες κατέβαζε γραβιέρες και καρβέλια
αδιάφορος για τα παιδιά με τις τουμπανιασμένες
από αβιταμίνωση κοιλιές και τα κουρέλια.

Χαχάριζε ολομέθυστος ο Ρούντυ και ρευόταν,
ενώ τριγύρω τα φτωχά παιδιά σκελετωμένα
την δυσοσμία ανέπνεαν και άρρωστη σαπίλα
όταν επέρδετο συρτά και αποβλακωμένα.

Με δύο κουμπότρυπες σχιστές, από το λίπος, μάτια
κοιτούσε χλαπακιάζοντας το κρέας στην πιατέλα
κι αφού ρευόταν δυνατά, να κάνει κι άλλο χώρο,
χοντρές μπουκιές απόκοβε από μια μορταδέλα.

Παρατηρούσαν τα παιδιά τον υποβαθμισμένο
που ομοβροντίες άφηνε κάτω απ' την γκρίζα χλαίνη,
με το ντι εν έι του λειψό, μυαλό αλλοιωμένο,
γιατί έπινε μόνο κρασί και μπύρα αφρισμένη.

Μέσ' στην πιατέλα έπεσε το άδειο του κεφάλι,
τραγούδαγε Λιλή Μαρλέν και στο ροχαλητό του,
ρευότανε μουγκρίζοντας σαν άρρωστο βουβάλι
όλοι, δε, νοιώθαν την οσμή του βρώμικού του χνώτου.

Αθόρυβα και τρέμοντας ανέβηκε η Μαρία
κυοφορούσε κι άρπαξε ένα ψωμί καρβέλι·
στην γη οπού οι Έλληνες εγράψαν ιστορία,
κι ο βλάξ ονειρευότανε τον ζύθο στο βαρέλι.

Το γρούνι ξάφνου ξύπνησε· του κλέβαν το φαΐ του!
την πεινασμένη έσπρωξε με βιά 'πό το μπαλκόνι
και μπρος στα μάτια των παιδιών, στην γη του Δημοκρίτου,
με την κοιλιά της χτύπησε στο παγωμένο χιόνι.

2017-01-15,
© G. Venetopoulos, All rights reserved

(Iambic decapentasyllabic verse) (Αληθινή ιστορία)

 http://georgiosvenetopoulosverse.blogspot.gr/

Monday, January 9, 2017

το μαντολίνο

το μαντολίνο

Μου έστειλες το μήνυμα πως είσαι στο Τορίνο,
σου άρεσε η Άλγεβρα και η Γεωμετρία,
θαρρώ πως με προσκάλεσες να πιούμε καπουτσίνο.

Ζωγράφισα το γέλιο σου! Κρατούσες ομπρελίνο,
σηκώναμε μεσ' στη βροχή στην πλάτη τα βιβλία,
μου έστειλες το μήνυμα πως είσαι στο Τορίνο.

Προσπάθησα την σκέψη μου αλλού να κατευθύνω
διαβάζοντας μηχανική κι επιπεδομετρία
θαρρώ πως με προσκάλεσες να πιούμε καπουτσίνο.

Πόση χαρά μου έδωσε το μήνυμα εκείνο!
δειπνούσαμε συχνά μαζί στην ίδια τρατορία,
μου έστειλες το μήνυμα πως είσαι στο Τορίνο

... κι έψαχνα μέσα στη βροχή ξανά να διακρίνω
το κιτρινο ομπρελίνο σου στην γκρι ισοχρωμία
θαρρώ πως με προσκάλεσες να πιούμε καπουτσίνο.

Η ομίχλη απλώνει σιγαλά· κάπου το μαντολίνο
και οι εικόνες χτίζουνε την ίδια αλληλουχία
μου έστειλες το μήνυμα πως είσαι στο Τορίνο,
θαρρώ πως με προσκάλεσες να πιούμε καπουτσίνο.

2017-01-09
© Georgios Venetopoulos, all rights reserved
(Villanelle - Iambic decapentasyllabic verse)

Saturday, January 7, 2017

αβασταγό μουλάρι


Στη σκιά της μάντρας στέκουνταν τ' αβασταγό μουλάρι,
με σκούρο μάτι, μοχθηρό, ετήραγε τριγύρω
πως δεν δεχόταν δουλικά το ξύλινο σαμάρι
και ήτανε κακότροπο το πείσμα του το στείρο.

Κατάντικρυ στη λαγαρή ακτή με τ' αρμυρίκια
εργάτες κάρφωναν με βιά, δοκάρια και σανίδια,
πραματευτάδες θάβγαζαν (μετά τα μπεκριλίκια)
σπουδαίο λόγο για τα ζα· τα πράτα και τα γίδια.

Ο Τζιμ Μπουρδάν ανέλυε μακροφιλοσοφία
γιατ' είχε κρίνει πως εμπρός μια στάνη για να πάει
(μελέτη που εφαρμόσθηκε στη Μεσοποταμία)
θα έπρεπε να χαρισθεί σ'όποιον χαραμοφάη.

- Χωριάτες! Επιλέξατε να με υπηρετείτε
γιατί γεννήθηκα ταγός κι εσείς απλοί μουζίκοι
δοξάστε με ομαδικά και θα ανταμειφθείτε
καθώς δουλειά θα πιάσετε σε ανθρακαποθήκη.

Προχώραγε τα απόγιομα, κακάριζαν οι κότες,
στη λάσπη εκυλιόντουσαν, αδιάφορα, τα γρούνια,
οι τράγοι μπεμπερίζανε φορώντας ρεντιγκότες,
οι γύπες περ'γελούσανε από τα κορφοβούνια.

Μα το μουλάρι κλώτσησε και πήρε να γκαρίζει
γιατί οι αλογόμυγες του πίνανε το αίμα,
ο Τζιμ Μπουρδάν θεώρησε πως τον αναγνωρίζει
και άνοιξε τα χέρια του προς του ηλιού το γέρμα.

Χοροπηδώντας κλώτσαγε τ' αβασταγό μουλάρι
με σκούρο μάτι, μοχθηρό, ετήραγε τριγύρω
το αίμα του -αλογόμυγες- επίναν στη Βαϊμάρη
και ήτανε κακότροπο το πείσμα του το στείρο.

2017-01-07 © G. Venetopoulos, All rights reserved
(Ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος)