Showing posts with label Iambic decapentasyllabic verse. Show all posts
Showing posts with label Iambic decapentasyllabic verse. Show all posts

Sunday, January 21, 2018

Το σανδάλι

Το σανδάλι

Ο νέος σάλταρε με βια πάνω στην Καβασάκι
ερωτευμένος δήλωνε με κάποια ζωντοχήρα
για τα κοψίδια έγραφαν ποιήματα στη Θράκη,
των σανδαλιών τους τα λουριά και τον αναβατήρα.

Μια χίμαιρα η σχέση τους, από παλιά, στην Τροία
μια φαντασίωσ' ήτανε και όνειρο χαμένο
το όνομά της, δήλωσε, ήταν Ελευθερία
και είδωλο του στο μυαλό, το κοσμογυρισμένο.

Ο αναβατήρας τράβηξε απ΄το λουρί τ' αγόρι
στην άσφαλτο τον έσυρε κι η ανθρωπότη εθρήνα
πώς εμπερδεύθη η μιζανπλί, κι ούλο το βλαχοχώρι
για το μαλλί που χάλασε, εμέθα με ρετσίνα.

Μα το σανδάλι έφυγε, το άρπαξε η μπόρα
επέπλευσε στου ποταμού το ρεύμα και εχάθη,
και από τότε η ζωή τραβάει την ανηφόρα
με τις Οφφσόρ, τις Μ.Κ.Ο. και του ρωμιού τα πάθη.

© 2018/01/21 G. Venetopoulos All rights reserved
(Iambic decapentasyllabic verse, surreal)




Saturday, December 9, 2017

Κακά πλάσματα

Κακά πλάσματα

Πού είσθε, λογοτέχνιδες, κι εχάθη η έμπνευσή σας;
Αφήσατε την άμιλλα και τώρα ολιγωρείτε.
Μηκέτι δεν σας άρεσε της Θώμης το παστίτσιο
και κλάψατε στη μοναξιά, μην κάηκε ο κιμάς της;
μήπως τα μακαρόνια της ήταν παραβρασμένα,
γι' αυτό η καρδιά σας σπάραξε κι απ' την πολλή λαχτάρα
τα δάκρυά σας έτρεχαν σαν την βροχή στο τζάμι;

Φαντασματάκια πέταξαν επάνω απ' τα γραπτά σας
κι αφαίρεσαν κοσμητικά κεντίδια και πλουμίδια
Ελύτη απαγγέλλοντας μέσα στα όνειρά σας,
γατούλες νιαουρίζουνε πάνω στα κεραμίδια.

Αρπάχτε τα μολύβια σας και τα τετράδιά σας
και ξεπεράστε τα κακά πλάσματα που σας ζώνουν
φαντασματάκια δεν μπορούν την έμπνευση να πάρουν
εκτός αν θέλετε κι εσείς, χωρίς αυτή να ζείτε.

2017/12/10 © G.V.
(εμπνευσμένο από/βασισμένο στο ποίημα της Θώμης "ΩΣΑΝ ..ΠΑΣΤΙΤΣΙΟ")

Saturday, November 25, 2017

Aυτόματα ρολόγια

Aυτόματα ρολόγια

Οι στίχοι - γκρίζα σύννεφα στη σκέψη της περνούσαν
θαρρείς πως ήταν η βροχή που έγραφε τα λόγια
διαβατικοί αέρηδες στον χρόνο της φυσούσαν
και οι σταγόνες πέφτανε - αυτόματα ρολόγια.

Οι χειμωνιάτικες μορφές, χαμογελώντας γνέφαν
φωτάκια αναβόσβηναν, πολύχρωμα, στους δρόμους,
τα άνθηρα των γερανιών το χρόνο αντιστρέφαν
ή ήταν η συναίσθηση που άργησε τους νόμους;

Μην έγιναν το πέρασμα στη διάσταση του κρύου
ερήμωσε ο δρόμος τους - δεν γύρισε τον χρόνο,
οι μετρικές γραφές - διάκριτο το άρωμα βιβλίου
η μνήμη του βασίλευε σε βροχισμένο θρόνο.

Περνούσε με το θρόισμα του άνεμου στα φύλλα,
και τον θυμόταν Κυριακές που φεύγανε στ' αστέρια,
με του Γενάρη τη βροχή που χόρευε καμπύλα
σαν της φυσούσε ο βοριάς τα απλωμένα χέρια.

2017/11/25
© G. Venetopoulos, All rights reserved

Tuesday, November 21, 2017

Πιο σουρεάλ δεν γίνεται

Πιο σουρεάλ δεν γίνεται

Οι ηθοποιοί χοροπηδούν, διαχρονικά βλαμμένοι
κι αυτός, που, πίσω απ' τον μπερντέ, μιμείται τον καμπούρη
σε ρόλους που απαξιούν φτωχοί κι αδικημένοι,
διορίζει τόνε βολικό κι αγράμματο γκιαούρη.

Ο πρεσβευτής παράτυπης πορείας μες στο χρόνο
ξενόφερτος κι υπόδουλος μιας χρόνιας επαιτείας,
θέλει ν' ανέλθει και αυτός στου φεγγαριού τον θρόνο,
σε ρότα ελεγχόμενη, ντροπής και παρωδίας.

Πιο σουρεάλ δεν γίνεται, το σκριπτ απορριπτέο,
σαράντα χρόνια έμαθε τη γη να εξουσιάζει,
του Καραγκιόζη η συντροφιά χειραγωγεί το ευκταίο,
φροντίζοντας την πάρτη της, αν κι όποτε βραδιάζει.

Βραδιάζει στα μυαλά αυτών που δέχονται κλωτσίδια
στο νου υποδεέστεροι και πάντα βολεμένοι·
τους περ'γελούν οι θεατές σε θλιβερά στασίδια,
στην Γραικυλία των φτωχών, την μισοερειπωμένη.

Καρικατούρες με σινιέ, πανάκριβα κοστούμια
χαμογελάνε δουλικά σ' αλλοδαπούς σκιτζήδες·
"φροντίζοντας" την πρόοδο, σκάβουνε τα λαγούμια
κι η γη απογυμνώνεται σα νάπεσαν ακρίδες.

© 2017/11/21 G. Venetopoulos, all rights reserved
Iambic decapentasyllabic verse

Wednesday, November 15, 2017

Μανούλα μ' φίβγου άπου ιδώ!

Μανούλα μ' φίβγου άπου ιδώ!

- Μανούλα μ' φίβγου άπου ιδώ! Παγαίνου Γιρμανία!
- Μην πας μονάχους γιόκα μο, θα μ' φάει η αγωνία.
Να παρ'ς μαζί σ' τουν σκύλου μας για να σι προυστατεύει
να πάρεις κι του κόνισμα ινός από τ'ς αγίους...

... προτίμα τουν Παΐσιου μι τις καφί παντόφλες
αυτές θα σι βοηθήσουνε τουν δρόμο πίσου νάβρεις
όταν θα πάρ΄ς την Μιρσιντές κι θα την οδηγήσεις
στα καλντιρίμια του χωριού, στουν άδειου καφινέ του...

... κι θα παρκάρ'ς σαν άρχουντας ιμπρός στην ικκλησία
να προσκυνήσεις τους αγιούς κι όλους τους αγγέλους
κι τους προυφήτις ποιητές που είνι βραβευμένοι
γιατί χωρίς να σι γνοιαστούν μιγάλους διν θα γένεις ...

... πως τα καλά αυτά πιδιά, οι Γιρμανοί σι πήραν
σι βάλαν στ' αργοστάσιο, κι κεί σακιά σηκώνεις
μα δεν σι βλέπ'ν οι χωριανοί κι διν νογούν τι κάνεις
πως είσι προοδευτικός κι αργάτης των προυχόντων...

... κι κάποια ημέρα θα σ' ιδούν να κυβιρνάς την χώρα
να ιξουσιάζεις του χουριό για χάρη του αφέντη
που θάχει τότες Γιρμανούς, τους δούλους να προγκάνι
κι οι τσούπρες θα σι θιέλουνι γι' άντρα τους μι στιφάνι...

2017-11-15,
© G. Venetopoulos, All rights reserved
(Iambic decapentasyllabic verse)

(Ιαμβικός 15σύλλαβος)


Sunday, October 29, 2017

Του κρύου η λαίδη

Του κρύου η λαίδη

Οι σκιές του δειλινού ευθυγραμμίζονταν μ' ακρίβεια,
αιθέρινοι οι ορίζοντες οδήγησαν το πλοίο,
φαντάσματα οι ναύτες – ξεφτισμένα τα σωσίβια,
υδάτινα τα τείχη στης Στυγός το αντηχείο.

Μας έκοβε ο βοριάς· χιονιάς της θάλασσας - μαχαίρι,
βοές τα πελαγίσια του μηνύματα - θρηνούσε,
με μουσική απόκοσμη μεγάλου λαουτιέρη,
νυμφεύονταν με τα στοιχειά και τότε σιωπούσε.

Του καραβιού προσπάθαγε ο καπνός μεσ' στο σκοτάδι
να φτάσει στα απόμακρα και θολωτά ουράνια,
θυσία ήταν στους θεούς που ζούσανε στον Άδη,
σ' ομίχλες μεγαλόπρεπες, βασίλεια ωκεάνια.

Τα φώτα αφανίστηκαν, τα σκόρπισε η νύχτα,
ενώ η κόρνα μοναχή στην πρύμνη του ηχούσε·
καθώς φυσούσε ο άνεμος, καλνούσε και αλύχτα.
το πλοίο με περίμενε· για μένα ξαγρυπνούσε.

Δριμύ το κρύο ήτανε, γιά πρόσκληση θανάτου;
Γενάρη ρίξαμε άγκυρα, στα ανοιχτά, αρόδου,
η μπάντα των πνευμάτων του αέρινου φουσάτου,
ταξίδευε στο πέρασμα ιδεατής εξόδου.

Τον αρραβώνα μας, κυρές, στροβίλιζαν στα χιόνια,
απόκοσμα εγγράφοντας την μουσική εντός μου,
του κρύου η λαίδη μίλησε στα δεκαοχτώ μου χρόνια
και άγγιξε τα μάτια μου στα πέρατα του κόσμου.

2017/10/30 © G. Venetopoulos, All rights reserved

Saturday, September 30, 2017

Του κρύου η λαίδη

Του κρύου η λαίδη

Οι σκιές του δειλινού ευθυγραμμίζονταν μ' ακρίβεια,
αιθέρινοι οι ορίζοντες οδήγησαν το πλοίο,
φαντάσματα οι ναύτες – ξεφτισμένα τα σωσίβια,
υδάτινα τα τείχη στης Στυγός το αντηχείο.

Μας έκοβε ο βοριάς· χιονιάς της θάλασσας, μαχαίρι,
βοές τα πελαγίσια του μηνύματα, αλυχτούσε,
με μουσική παράξενη μεγάλου λαουτιέρη,
νυμφεύονταν με τα στοιχειά κι απόκοσμα βοούσε.

Του καραβιού ανέβαιν' ο καπνός μεσ' στο σκοτάδι
να φτάσει στα απόμακρα και θολωτά ουράνια,
θυσία ήταν στους θεούς που ζούσανε στον Άδη,
σε βένθη μεγαλόπρεπα, βασίλεια ωκεάνια.

Τα πνέματ' αφανίστηκαν, τα σκόρπισε τη νύχτα,
ενώ η κόρνα μοναχή στην πρύμνη του ηχούσε,
καθώς φυσούσε ο άνεμος, καλνούσε και αλύχτα
το πλοίο με περίμενε· για μένα ξαγρυπνούσε.

To παγωμένο κάλεσμα με τράβηξε στα χιόνια,
το πεπρωμένο μου, θαρρώ, διαβάζοντας εντός μου,
του κρύου η λαίδη άγγιξε τα εiκοσιδυό μου χρόνια
και φίλησε τα μάτια μου στα πέρατα του κόσμου.

2017/09/28
© G. Venetopoulos, All rights reserved

Saturday, September 16, 2017

Τουνταίη, Θπύρο



Τουνταίη, Θπύρο

Τουνταίη, Θπύρο, ήσουν πάλι φοβερός!
το ακριβό σου μαύρισμα, απόδειξη της χλίδας·
τα κορκοδείλια κλαίνε γοερώς
κι απ' την βολή σ' ακούγεται το βέλασμα της γίδας.

Δε ση-σορς, Θπύρο, γέμισαν μαζούτ·
(-Μαυρίλα τοξική, μαντάμ, μην κάνετε γαργάρες)
θαρρείς τ' ατύχημα συνέβη εξεπιτούτ'
από των επενγδύσεων, τις τόσες κουφαμάρες.

Δεν είδα, Θπύρο, να κρατάς σκαπανικά,
με τσάπες, φτυάρια, να βοηθάς στην παραλία,
μα βγήκες στο γυαλί, αναμορφωτικά
για την πατρίδα νοιώθοντας βαθιά μελαγχολία.

Θα είχαμε σωθεί ακούγοντας τιβί,
(αναμασώντας κριτικές σάν μαγνητοφωνάκια),
αν αντιδρούσαμε χωρίς χρονοτριβή
κι όλοι ρουφούσαμε μαζούτ κρατώντας καλαμάκια.

© 09-16-2017, G. Venetopoulos, All rights reserved
(Ιαμβικός εξάμετρος/ Ιαμβικός 15σύλλαβος)


Tuesday, April 25, 2017

Ο Γολγοθάς του Ερούλη

Ο Γολγοθάς του Ερούλη

Οι σύνθετοι συλλογισμοί (ο Γολγοθάς του Ερούλη)
τον προβλημάτιζαν πολύ... Της τέχνης βιρτουόζοι
θ' ανέλυαν διεξοδικά τον Κοντορεβυθούλη
με όσες καθηγήτριες διδάσκουν Καραγκιόζη.

Η Σταχτοπούτα, ξέρετε, φορούσε δυο γοβάκια
μα τάχασε (η άμυαλη) στην φοντανά ντι Τρέβι,
ο Μίκυ Μάους σπούδασε πώς σπέρνουν φασολάκια,
ο Ντόναλντ έγινε ψαράς, παρέα με την Νταίζη·

o Γκούφη ασχολήθηκε με την ζωοτεχνία,
η Κλάρα Μπελ τον διάλεξε να κάνουν επενδύσεις
απέκτησαν μπακάλικα στην Νέα Κολωνία
και πούλμαν που ταξίδευαν ως τον σταθμό Λαρίσης.

_ Πώς αβγαταίνουν, Μήτσο μο, τα πούλμαν, τα βαπόρια
κι πώς τα δόλια τα πιδιά μ'ς, ιφύγανε στα ξένα;
στην Αλεμάνια δ'λεύουνε ξανά στ' αναβατόρια
όπως κι τότ' που η Ιθνάρχ'ς γκριμνούσε την Ατένα.

_ Στον Γολγοθά, Κουστάντου μο, οι κιραυνοί βροντάνε,
κάπου στου Κιλιμάντζαρου, στην Αφρική 'σα πέρα,
μι ράνγκλερ τόνε προσπερνούν, μι τα καγιέν κολλάνε
κι όσοι σηκώνουνε σταυρό, ακούνε τη φοβέρα...

... Να μην τολμήσεις να πιθάν'ς, φτωχέ συνταξιούχε
γιατί έχ'ς αγγόνια κι πιδιά, που άνεργα πεινάνε,
των Αβραάμ και Ισαάκ, τ'ς άλλης ζωής τιτλούχε,
τα αγαθά θα σου δωθούν, πως θάσ' Εσταυρωμένος.

2017-04-25,
© G. Venetopoulos, All rights reserved
(Iambic decapentasyllabic verse)

Saturday, March 4, 2017

ατσάλινο σφυρήλατο

ατσάλινο σφυρήλατο

Περήφανα στον άνεμο το βάνδο του Ακρίτα
δεν υποστέλλεται, κι αυτός δεν σκύβει το κεφάλι,
στρατιώτης, δεν εγνώρισε στον πόλεμο την ήττα
κι απ' την σκοπιά του Αγαρηνοί δεν έχουνε εισβάλει.

Χειρότερη απ' τον θάνατο είν' η σκλαβιά της γης του
η Πόλη έπεσε κι αυτός τα στίφη περιμένει,
αυτός είν' ο προορισμός του Έλληνα Αρίστου,
- στο αίμα στέκει η λευτεριά, αποκαθηλωμένη.

Γιατί ο Ακρίτας μόνος του, στον πόλεμο πηγαίνει
στον κίνδυνο δεν σκιάζεται, τον Άδη δεν φοβάται,
με ατσάλινο σφυρήλατο σπαθί ζει και πεθαίνει
με Ολύμπιους ημίθεους μονάχα προσμετράται.

2017-03-04,
© G. Venetopoulos, All rights reserved
(Iambic decapentasyllabic verse)

Monday, February 27, 2017

Αόρατο τετράποδο

Αόρατο τετράποδο

Αγδίκιωτη επέρναγε η σκιά του ημιόνου
(αφότου τον εγάζωσαν τα υποπολυβόλα)
πως το παλιό λιθόστρωτο, στη βρύση του δαιμόνου,
στοιχειώθη τα μεσάνυχτα κι όλο σπινθηροβόλα.

Αόρατο τετράποδο τη νύχτα ροβολούσε,
(γροικούσανε οι κάτοικοι τα πέταλα στο δρόμο),
τους εισβολείς με τις στολές αλύπητα κλωτσούσε
στα καλντερίμια του χωριού, σκορπίζοντας τον τρόμο.

Με ένα "γντουπ" οι Έρουλοι, το λάκτισμα δεχόνταν
(τα πέταλα αφήνανε το αποτύπωμά τους)
και ύστερα, καχύποπτα, αλληλοκοιταζόνταν
μην ημικύκλια έφεραν, ψηλά στα μέτωπά τους.

Μα από τα λακτίσματα πολλοί αποκουτιάναν
(μην τάχα διαθέτανε μυαλό μεσ' στο κεφάλι;)
καθώς τα γντουπ πληθαίνανε κι οι πεταλιές αυξάναν,
σε "χάιλ" ονομάτισαν το μαύρο τους το χάλι.

Και δώστου γντουπ και ξαναγντούπ η σκιά του ημιόνου,
(αερικό στα σύννεφα, χορεύοντας, περνούσε),
στ' αστραφτερό λιθόστρωτο, στη βρύση του δαιμόνου,
τις γκρι στολές, με τσάμικο, αυτόματα κλωτσούσε.

2017-02-28
© Georgios Venetopoulos, all rights reserved

Friday, February 24, 2017

Πουλάω λαγάνες

Πουλάω λαγάνες

Συγκάλεσε τον κόσμο του, την άυλη λεγεώνα
για ναύρουνε τη λευτεριά, να βάλουν στο αρχείο
τα δάνεια που δόθηκαν για τον μεγάλο αγώνα
και τις ανάγκες των πτηνών στο ορνιθοτροφείο.

Ο κόσμος του μαζεύτηκε σ' ένα σινεμαδάκι,
τα βόδια μουγγανίζανε ακούγοντας φλογέρες,
στ' Ανάπλι, στο Καρλόβασι και στο Καραμπουρνάκι
φελλοί ξεπεταγόντουσαν από τις σαμπανιέρες.

"Πουλάω λαγάνεεες!" φώναζε σ' αυτούς που είχαν στήσει
στη Λιβαδειά σπληνάντερα, στη Θήβα κοκορέτσια
το κοκκινέλι πίνοντας, την Πέμπτη 'χαν τσικνήσει,
- οι κότες κακαρίζανε στα νέα Ευρωκοτέτσια.

"Και μελιτζάνεεες!" έκραζε, κατσίκες τ' απαντούσαν,
από τις στάνες του χωριού, τα πέρατα του κάμπου·
από απάνεμες πλαγιές, προβάτες αγροικούσαν
βελάζοντας καρτερικά σε ποίησες Ιάμβου.

- Πού πήγαν Κίτσο μ' τα φλουργιά, τα δισεκατομμύργια;
Μην τάχατις πιτάξανι, τα σκόρπισ' ο αγέρας,
μην δαύτοι που τα πήρανε είν' για τα πανηγύργια
κι αξίζουνι πιρίπου σαν τις τρύπες της γραβιέρας;

- Κουστάντου μο πιτάξανι τα δισεκατομμύργια
τα πήραν καλικάντζαροι, τα σκόρπισ' ο αγέρας
το βιός μας υποβάθμισαν στα Ευρωδημοπρατήργια
και μας απόμειν' ο αϊτός της Καθαρής Δευτέρας.

2017-02-24
© G. Venetopoulos All rights reserved
(Iambic decapentasyllabic verse)


Saturday, February 4, 2017

Μπουκουβάλας

Μπουκουβάλας

Περίμενε σαράντα τρεις ημέρες στο μετόχι
μα στις σαραντατέσσερις αδράχνει το τουφέκι,
τα δυό κουμπούρια ζώνεται, τ' ασημοκαπνισμένα,
και σέλα ρίχνει στο φαρί, στ' αγέρωχο κατράνι.

Με το σφυρήλατο σπαθί, ατσάλι της Δαμάσκου,
ο κλέφτης δεν συντάσσεται με τ' άλλα παληκάρια
στου Νικολάου τον ταϊφά μηδέ στου  Καρατάσου,
για το Κεράσοβο κινά να βρει τον Μπουκουβάλα.

Ο Μπουκουβάλας πολεμά, βροντά το καρυοφίλι,
στη Βασιλίτσα τον Βελή Πασά κατατροπώνει,
τον καταδιώκουν μ' άλογα μέχρι το Τεπελένι,
στον Καραΐσκο το μηνούν και στον Κολοκοτρώνη.

2017-02-04
© Georgios Venetopoulos, All rights reserved
(Iambic 15syllabic verse)

Sunday, January 15, 2017

Το γρούνι

Το γρούνι

Ο Ρούντυ έτρωγ' αχνιστά τα νόστιμα κοψίδια,
ολόπαχες κατέβαζε γραβιέρες και καρβέλια
αδιάφορος για τα παιδιά με τις τουμπανιασμένες
από αβιταμίνωση κοιλιές και τα κουρέλια.

Χαχάριζε ολομέθυστος ο Ρούντυ και ρευόταν,
ενώ τριγύρω τα φτωχά παιδιά σκελετωμένα
την δυσοσμία ανέπνεαν και άρρωστη σαπίλα
όταν επέρδετο συρτά και αποβλακωμένα.

Με δύο κουμπότρυπες σχιστές, από το λίπος, μάτια
κοιτούσε χλαπακιάζοντας το κρέας στην πιατέλα
κι αφού ρευόταν δυνατά, να κάνει κι άλλο χώρο,
χοντρές μπουκιές απόκοβε από μια μορταδέλα.

Παρατηρούσαν τα παιδιά τον υποβαθμισμένο
που ομοβροντίες άφηνε κάτω απ' την γκρίζα χλαίνη,
με το ντι εν έι του λειψό, μυαλό αλλοιωμένο,
γιατί έπινε μόνο κρασί και μπύρα αφρισμένη.

Μέσ' στην πιατέλα έπεσε το άδειο του κεφάλι,
τραγούδαγε Λιλή Μαρλέν και στο ροχαλητό του,
ρευότανε μουγκρίζοντας σαν άρρωστο βουβάλι
όλοι, δε, νοιώθαν την οσμή του βρώμικού του χνώτου.

Αθόρυβα και τρέμοντας ανέβηκε η Μαρία
κυοφορούσε κι άρπαξε ένα ψωμί καρβέλι·
στην γη οπού οι Έλληνες εγράψαν ιστορία,
κι ο βλάξ ονειρευότανε τον ζύθο στο βαρέλι.

Το γρούνι ξάφνου ξύπνησε· του κλέβαν το φαΐ του!
την πεινασμένη έσπρωξε με βιά 'πό το μπαλκόνι
και μπρος στα μάτια των παιδιών, στην γη του Δημοκρίτου,
με την κοιλιά της χτύπησε στο παγωμένο χιόνι.

2017-01-15,
© G. Venetopoulos, All rights reserved

(Iambic decapentasyllabic verse) (Αληθινή ιστορία)

 http://georgiosvenetopoulosverse.blogspot.gr/

Monday, January 9, 2017

το μαντολίνο - a Villanelle lesson

το μαντολίνο

Μου έστειλες το μήνυμα πως είσαι στο Τορίνο,  (A1) a
σου άρεσε η ασπρόμαυρη, με φιλμ, φωτογραφία,  b
θαρρώ πως με προσκάλεσες να πιούμε καπουτσίνο.  (A2) a

Ζωγράφισα το γέλιο σου! Κρατούσες ομπρελίνο,  a
σηκώναμε μεσ' στη βροχή στην πλάτη τα βιβλία,  b
μου έστειλες το μήνυμα πως είσαι στο Τορίνο.  (A1) a

Προσπάθησα την σκέψη μου αλλού να κατευθύνω  a
διαβάζοντας μηχανική κι επιπεδομετρία  b
θαρρώ πως με προσκάλεσες να πιούμε καπουτσίνο.  (A2) a

Πόση χαρά μου έδωσε το μήνυμα εκείνο!  a
δειπνούσαμε συχνά μαζί στην ίδια τρατορία,  b
μου έστειλες το μήνυμα πως είσαι στο Τορίνο  (A1)

... κι έψαχνα κάτω απ' τη βροχή ξανά να διακρίνω  a
το κιτρινο ομπρελίνο σου στην γκρι μονοχρωμία  b
θαρρώ πως με προσκάλεσες να πιούμε καπουτσίνο.  (A2) a

Η ομίχλη απλώνει σιγαλά· κάπου το μαντολίνο  a
και οι εικόνες χτίζουνε την ίδια αλληλουχία  b
μου έστειλες το μήνυμα πως είσαι στο Τορίνο,  (A1) a
θαρρώ πως με προσκάλεσες να πιούμε καπουτσίνο.  (A2) a

2017-01-09
© Georgios Venetopoulos, all rights reserved
(Villanelle - Iambic decapentasyllabic verse)

Η μορφή της:

    Refrain 1 (A1)
    Line 2 (b)
    Refrain 2 (A2)

    Line 4 (a)
    Line 5 (b)
    Refrain 1 (A1)

    Line 7 (a)
    Line 8 (b)
    Refrain 2 (A2)

    Line 10 (a)
    Line 11 (b)
    Refrain 1 (A1)

    Line 13 (a)
    Line 14 (b)
    Refrain 2 (A2)

    Line 16 (a)
    Line 17 (b)
    Refrain 1 (A1)
    Refrain 2 (A2)

Η δομή της:

Η βιλανέλα (Villanelle) έχει πάντα δύο ομοιοκαταληξίες (την a και την b), 19 γραμμές και δύο ρεφραίν τα Α1 και A2. Επειδή είναι ποίημα που χρησιμοποιείται στην Ιταλική παραδοσιακή μουσική, προτιμώ να ακολουθεί κάποιο μέτρο, δηλαδή να μην είναι άρρυθμη. Εν τούτοις έχουν γραφεί πολλές βιλανέλες οι οποίες δεν ακολουθούν μέτρο, κυρίως γιατί οι στιχουργοί τους δεν έμαθαν ποτέ να γράφουν έμμετρη ποίηση. Στην Ελληνική ποίηση δεν έχω ανακαλύψει κάποια αξιόλογα δείγματα βιλανέλας και σήμερα σας παρουσιάζω (για εκμάθηση) την πρώτη Βιλανέλα που συγγράφηκε ποτέ στα Ελληνικά σε συνεπή Ιαμβικό 15σύλλαβο και ομοιοκαταληξία.

Η κατασκευή της:

    Ρεφραίν 1 (A1)
    Γραμμή 2 (b)
    Ρεφραίν 2 (A2)

    Γραμμή 4 (a)
    Γραμμή 5 (b)
    Ρεφραίν 1 (A1)

    Γραμμή 7 (a)
    Γραμμή 8 (b)
    Ρεφραίν 2 (A2)

    Γραμμή 10 (a)
    Γραμμή 11 (b)
    Ρεφραίν 1 (A1)

    Γραμμή 13 (a)
    Γραμμή 14 (b)
    Ρεφραίν 2 (A2)

    Γραμμή 16 (a)
    Γραμμή 17 (b)
    Ρεφραίν 1 (A1)
    Ρεφραίν 2 (A2)

το μαντολίνο

το μαντολίνο

Μου έστειλες το μήνυμα πως είσαι στο Τορίνο,
σου άρεσε η Άλγεβρα και η Γεωμετρία,
θαρρώ πως με προσκάλεσες να πιούμε καπουτσίνο.

Ζωγράφισα το γέλιο σου! Κρατούσες ομπρελίνο,
σηκώναμε μεσ' στη βροχή στην πλάτη τα βιβλία,
μου έστειλες το μήνυμα πως είσαι στο Τορίνο.

Προσπάθησα την σκέψη μου αλλού να κατευθύνω
διαβάζοντας μηχανική κι επιπεδομετρία
θαρρώ πως με προσκάλεσες να πιούμε καπουτσίνο.

Πόση χαρά μου έδωσε το μήνυμα εκείνο!
δειπνούσαμε συχνά μαζί στην ίδια τρατορία,
μου έστειλες το μήνυμα πως είσαι στο Τορίνο

... κι έψαχνα μέσα στη βροχή ξανά να διακρίνω
το κιτρινο ομπρελίνο σου στην γκρι ισοχρωμία
θαρρώ πως με προσκάλεσες να πιούμε καπουτσίνο.

Η ομίχλη απλώνει σιγαλά· κάπου το μαντολίνο
και οι εικόνες χτίζουνε την ίδια αλληλουχία
μου έστειλες το μήνυμα πως είσαι στο Τορίνο,
θαρρώ πως με προσκάλεσες να πιούμε καπουτσίνο.

2017-01-09
© Georgios Venetopoulos, all rights reserved
(Villanelle - Iambic decapentasyllabic verse)

Saturday, January 7, 2017

αβασταγό μουλάρι


Στη σκιά της μάντρας στέκουνταν τ' αβασταγό μουλάρι,
με σκούρο μάτι, μοχθηρό, ετήραγε τριγύρω
πως δεν δεχόταν δουλικά το ξύλινο σαμάρι
και ήτανε κακότροπο το πείσμα του το στείρο.

Κατάντικρυ στη λαγαρή ακτή με τ' αρμυρίκια
εργάτες κάρφωναν με βιά, δοκάρια και σανίδια,
πραματευτάδες θάβγαζαν (μετά τα μπεκριλίκια)
σπουδαίο λόγο για τα ζα· τα πράτα και τα γίδια.

Ο Τζιμ Μπουρδάν ανέλυε μακροφιλοσοφία
γιατ' είχε κρίνει πως εμπρός μια στάνη για να πάει
(μελέτη που εφαρμόσθηκε στη Μεσοποταμία)
θα έπρεπε να χαρισθεί σ'όποιον χαραμοφάη.

- Χωριάτες! Επιλέξατε να με υπηρετείτε
γιατί γεννήθηκα ταγός κι εσείς απλοί μουζίκοι
δοξάστε με ομαδικά και θα ανταμειφθείτε
καθώς δουλειά θα πιάσετε σε ανθρακαποθήκη.

Προχώραγε τα απόγιομα, κακάριζαν οι κότες,
στη λάσπη εκυλιόντουσαν, αδιάφορα, τα γρούνια,
οι τράγοι μπεμπερίζανε φορώντας ρεντιγκότες,
οι γύπες περ'γελούσανε από τα κορφοβούνια.

Μα το μουλάρι κλώτσησε και πήρε να γκαρίζει
γιατί οι αλογόμυγες του πίνανε το αίμα,
ο Τζιμ Μπουρδάν θεώρησε πως τον αναγνωρίζει
και άνοιξε τα χέρια του προς του ηλιού το γέρμα.

Χοροπηδώντας κλώτσαγε τ' αβασταγό μουλάρι
με σκούρο μάτι, μοχθηρό, ετήραγε τριγύρω
το αίμα του -αλογόμυγες- επίναν στη Βαϊμάρη
και ήτανε κακότροπο το πείσμα του το στείρο.

2017-01-07 © G. Venetopoulos, All rights reserved
(Ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος)

Thursday, November 24, 2016

Αρκάδι


Στις τρεις Μαρτίου χίλια οχτακόσια εξήντα έξι
οι επαναστάτες Κρητικοί  συνάχτηκαν στ' Αρκάδι
πως στη συνείδησή τους είχαν όλοι επιλέξει
να διώξουν τον κατακτητή ή να βρεθούν στον Άδη.

Στου Αρκαδίου την Μονή αθροίστηκαν οι Κρήτες
πολέμησαν ηρωικά για την ελευθερία,
ωσάν αρχαίοι Έλληνες, Βυζαντινοί ακρίτες,
ν' αποτινάξουν τον ζυγό και την Τουρκοκρατία.

Πως δεν νοείται Κρητικός, μηδ' Έλληνας ως δούλος,
της περηφάνειας η γιορτή στα σύννεφ' ανεβαίνει
και συνοδεύει τις ψυχές που φύγαν αυτοβούλως
γιατ' είν' η γη που αγάπησαν με αίμα ποτισμένη.

Το Αρκάδι ανατινάχτηκε και οι πολεμιστές του
εφτάσανε στο άπειρο, υμνούν με τους αγγέλους
σε Ίαμβο, Τροχαϊκό και χρόνους Αναπαίστου
τραγούδια του αγώνα τους και δοξασμένου τέλους.

Κι εκεί γλεντούν! Πως ζήσανε με του σπαθιού τ' ατσάλι
για της πατρίδας την τιμή και την υπερηφάνεια,
με του Διός τους κεραυνούς, χορεύουν πεντοζάλι
και γίνονται αναλαμπές στα Κρητικά ουράνια.

© G. Venetopoulos, All rights reserved
(Ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος)

Wednesday, October 5, 2016

Τέλος Άγρας

Τέλος Άγρας

Ανήμερα του Άη Γιωργιού, ακούγονται καμπάνες
Μα δεν χτυπάνε γιορτινά, μονάχα ειδοποιούνε
Κομιτατζήδες φάνηκαν στο πέρασμα των βράχων,
καλπάζοντας πυροβολούν αμάχους με ντουφέκια.

Την Βόρεια Ελλάδα μας, διεκδικούν οι ξένοι
στη σκοτεινή περίοδο αυτή της Ιστορίας
παράνομα αντάρτικα εισβάλλουνε στη χώρα
που δίδαξε πολιτισμό κι όλες τις επιστήμες.

Ο Τέλος Άγρας, λοχαγός, στα Γιαννιτσά, στο βάλτο,
ο αρχηγός Παύλος Μελάς με τον Καραβαγγέλη
κι ο Αντώνης Μίγγας πολεμούν για την ελευθερία,
στη Νάουσα, την Έδεσα, την Καστοριά, την Πέλλα.

Στο Ναύπλιο γεννήθηκε κι ήρθε στο βαλτονέρι,
με δε περίσσια λεβεντιά στον πόλεμο τραβάει,
πως εγεννήθη ήρωας και ένα δρόμο ξέρει:
της Αρετής που εκλεκτούς μονάχα ευλογάει.

Οι κάτοικοι ανοίγουνε τα κλειδωμένα σπίτια,
ελπίδα φέρνει στις ψυχές, χαμόγελο στα χείλη
αυτών που μαυροφόρεσαν με βυσσινιά σειρήτια
και κρέμασαν τους ήρωες δεξά από το καντήλι.

Αϊτός, κατέβηκε στη γη από τα γκρίζα ουράνια,
στα εδάφη του Αλέξανδρου μετέωρος εστάθη
πως είναι σύμβολο αυτών που ζουν με περηφάνεια
κι έχουν το πνεύμ' αδάμαστο, στο χέρι τους τη σπάθη. 

2016-06-22
© Georgios Venetopoulos, all rights reserved
http://georgiosvenetopoulosverse.blogspot.gr/




Saturday, September 24, 2016

Μαρκ Άνδονυ

Μαρκ Άνδονυ

Ανόητα έργα υποδομής, εδώ, εκεί, πιο πέρα,
κι ένα ταψί με πιπεριές, ντομάτες, μελιτζάνες
να περιμένουν γεμιστές, επάνω στη γκαζιέρα
αυτούς που κουδουνίζουνε τις άδειες καραβάνες.

Σαράντα χρόνους χτίζονταν, σαράντα γκρεμιζόνταν,
πως όλοι που για χάρη μας, γυρίσαν στην πατρίδα
πηρούνιαζαν συκωταριές που αποτηγανιζόνταν
κι επίνανε Μπλακ Λέιμπελ ωσάν τη νεροφίδα.

Εκάνανε αντίσταση, γι' αυτό κι όλοι χρωστούσαν
στους ήρωες πολιτικούς, προσέτι αθανάτους,
τοιούτως χρέη απλόχερα, αυτοί δημιουργούσαν
καθώς ετρώγαν πέρδικες και κόκορες κρασάτους.

Μαρκ-Άνδονυ ελέγετο και ήτανε σωτήρας
κόρη αγνή ηγάπησε στις αμμουδιές του Νείλου
ουίσκια έκατέβαζε, εξάδες μαύρης μπύρας
και παστουρμά αλλοδαπό από ψαχνά καμήλου.

Μην άφησε το όνειρο στην αμμουδιά μονάχο
και τόκλεψαν κορκόδειλοι γιά μάγισσες και ψάρια
που από τις λάσπες του βυθού αρπάζουν τον φελάχο
και τον πουλούν στην Μπαρμπαριά για δυό ευρωδολάρια;

Κι όλοι αυτοί που ήντανε της εδικής του κλάσης
(ή μήπως σκηνοθέτησε ο νους τους σκευωρία;)
κερνάγανε τον πιφιρτζή, που γράφει ο Μαλακάσης
με μια μερίδα γεμιστά στα εκλογομαγειρεία.

Πως πέτριν' είν' η αποτυχιά μαζί κι η καταφρόνια
που κέρασαν η άγνοια κι η αναξιοκρατία
αυτούς που στον Μαρκ Άνδονυ επίστευαν για χρόνια
- σχεδόν όσα μετρήσανε απ' την Τουρκοκρατία.

"Μαρκ Άνδονυ και δαγκωτό", οι γειτονιές φωνάζουν
στη νίκη του ηρωικά, ούλοι τους θα χορέψουν,
κοράκια υπερίπτανται κι από μακρυά τους κράζουν
πριχού για άλλη μια φορά οι εντόπιοι μισέψουν.

© 2015-03-23, G. Venetopoulos, All rights reserved
(Iambic 15syllabic verse)